Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Νο 228 (το κοχύλι)

Άκουγα την ερεθισμένη
της ανάσα,
υποτίθεται πως,
στο υπόγειο μ έφερε
γιατί γούσταρε
•μύριζε απροσδιόριστα•
ταπετσαρία μαυρισμένη,
ντιβάνι παλιομοδίτικο,
κι όταν
χαρτονομίσματα
μου ζήτησε,
σαν μαλάκας αισθάνθηκα,
θα μπορούσα
να ντυθώ
και στο διάολο να την έστελνα,
αλλά δεν τo έκανα• 


εκεί στο μισοσκόταδο,
τους γυμνούς γοφούς της
ελαφρά μετακίνησε,
η ανταύγεια του
πλαστικού τραπεζιού,
το υπογάστριο
κατάλληλα φώτιζε,
και η σχισμή ξεπρόβαλε,
μεγαλειώδης,
υγρή και μισό ανοιγμένη,
•σαν το κοχύλι του Μποτιτσέλι•
κι ήταν στεφανωμένη
η βασίλισσα:
με τούφα σγουρή
και σκουρόχρωμη.


τη πληρωμή
άφησα στο σαραβαλιασμένο
κομοδίνο,
•ήταν δίκαιη•
και τη σάρκα της δάγκωσα
με τα χείλια μου,
τον ιδρώτα της γεύτηκα:
μικροσκοπικές σταγόνες
που ηδόνιζαν το δέρμα της
και φούντωναν το
χρυσαφένιο χνούδι της.
Τη πήρα όπως συνηθίζω,
με τρυφερότητα,
φαντάζομαι πως το θελε,
βέβαια πλήρωσα,
αλλά έχει αυτό σημασία;


•όλα πληρώνονται
και τις περισσότερες φορές
μη το ξεχνάμε,
κακοπληρώνονται• 


AlexMil 09-04-2013


Δεν υπάρχουν σχόλια: