Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Ο φόβος που ούρλιαζε



Γονάτισα, δεν άντεχα,
η στέρηση με τρέλαινε,
σαν παράσιτο το αίμα μου,
τις φλέβες μου έτρωγε,
ο φόβος με ούρλιαζε,
σάλια και πόνος έτρεχαν
το σώμα  μου ταπείνωναν,
έτρεμα, το χώμα μ’ έπνιγε.

Σηκώθηκα κλαίγοντας,
η μνήμη και πάλι ερχότανε,
ο πόνος τότε σκουλήκιαζε,
πιο σαρκοβόρος  γινόταν,
το δηλητήριο  στη ψυχή,
φώλιαζε και πυορροούσε,
τους αγαπημένους πρόβαλε,
γελαστούς, ξεθωριασμένους.

Τρικλίζοντας περπάτησα,
η  αποστροφή των άλλων,
ουδόλως  μ’ ένοιαζε
όταν για τη δόση έψαχνα,
το χέρι της μάνας μου
φανταζόμουν πως έπιανα,
φευγαλέες αναμνήσεις,
που το μυαλό μου μάτωναν.

Στη πρέζα και πάλι έπεσα,
μέχρι προχθές το πάλευα,
όμως το σώμα δεν ηρέμιζε,
οι ντίλερ με βρήκανε,
στο κλουβί της σκόνης
σαν αγρίμι με πετάξανε,
τη λύτρωση εκλιπαρούσα,
στο θάνατο που ερχότανε.



AlexMil 30-11-2012




Δεν υπάρχουν σχόλια: