Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Τους αγγέλους πυροβολώ



Αργά από πάνω μου πετάς,
ρομποτικός διάβολος,
ανθρακόχρωμος και τουρμπινοφόρος
φορτωτής σωμάτων και ψυχών,

ένας διεκπεραιωτής συμβολαίων ζωής,
σαν αυτό που υπέγραψα
με τους συμπαντικούς θεούς,
πουλώντας τη ψυχή μου,

αντάλλαγμα,
τη ζωή τους για να σώσω.

Σε βλέπω,
θαμπωμένες οι στιγμές,
απ' του καταραμένου ανέμου τη σκόνη,
ακολουθώ,
με μανία και ματωμένες κραυγές,
το δρόμο με τις πεντάπλευρες πλάκες,
χαραγμένες
με θεικές εντολές,
κάποτε,
από πολύποδες ρέπλικες.

Κατεύθυνση,
λόφοs οξύμορφος, βράχια γρανιτένια,
χρονισμένα λίγο πριν το τέλος της
ζωής,
σε μια συνάντηση,
στη κορυφή,
με άγγελους μονόπτερους
να με ακολουθούν,
ιπτάμενους,
σε πυρηνοκίνητες μηχανές,
με βέλη ιερά,
υποσχέσεων και θαυμάτων,
να εκτοξεύουν τηλεπαθητικά.


Λουριά έχω ζωστεί
και σέρνομαι,
τη ατσάλινη κάψουλα κουβαλώ,
τους απογόνους, τα παιδιά μου,
ταγμένα,
τα δάκρυά μου να κάνουν πυρά
και όταν έρθει η στιγμή,
στους κυνηγούς μου να τα στρέψουν.

Πρώτα όμως,

να τα σώσω
πρέπει.....



Στη κορυφή βρίσκομαι,
γονατισμένος,
στα χέρια όπλα κρατώ,
θα τα χρειαστώ,
κάποιες φορές τα πράγματα,
πιο εύκολα γίνονται μέσα στη σκόνη.


Με λόγχες προτεταμένες,
το ιπτάμενο κατεβαίνει,
ακτίνες εκπέμπει
και τη κάψουλα,
σε ασημένιους δακτυλίους αιχμαλωτίζει.
Και αμέσως μετά,
με κολασμένη ορμή,
βρυχάται και στριφογυρνά,
μια μαύρη τρύπα γίνεται,
και στα κύματα του χρόνου,
βυθίζεται, χάνεται.

Μόνος πια,
από το πόνο τρελαμένος,
πίσω απ' τους βράχους κρύβομαι,
τους αγγέλους ακροβολώ,
στοχεύω και τους πυροβολώ,
τις υποσχέσεις και τα θαύματα
που ακόμα εκτοξεύουν,
θρυμματίζω.

Κι έπειτα, σε μια στιγμή,
όλα χάνονται,
κι εγώ, στην άλλη,
κάπου στο σύμπαν βρίσκομαι,
το συμβόλαιο που υπόγραψα,
καλή συμφωνία είναι,
λίγα χρόνια μόνο στη κόλαση θα βρίσκομαι,
σε κάποιο πλανήτη.




Το είδος που το κατοικεί,
έχει νόηση,
γη νομίζω τον ονομάζει.


AlexMill Αύγουστος 2009

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Η σκοτεινή πόλη

Συμπαντικές γραμμές, άπειρες, κάποτε στο παρελθόν κτίρια σκιτσάρισαν και τη σκοτεινή πόλη των ψυχών, με διαστάσεις θανάτου, στο κέντρο της κόκκινης γης δημιούργησαν. Το τέλος των γραμμών μουτζουρώθηκε, και τα όρια της σκοτεινής πόλης υψώθηκαν. Οι λάμψεις των αστεριών, μέρα και νύκτα την φώτιζαν, αέρας υγρός και σκόνη από αφανισμένους γαλαξίες , τις γραμμές της θάμπωσαν, τις λέρωσαν, τις δάκρυσαν...

Σε ηλιακή φλόγα κλεισμένη, στην αιωνιότητα παρατημένη, θεούς αναζητούσε και πίστευε , ώσπου, οι διάβολοι έγιναν αρχάγγελοι με θεία εντολή και τη φωτιά πάγωσαν, κατέκτησαν την πόλη των ψυχών και έγιναν οι θεοί της . Από τότε, στον αέρα της, αερικά με λευκά φτερά πετούν, τις ζωές φυλακισμένες τις κρατούν και με ανικανοποίητες επιθυμίες τις βασανίζουν.

Το κόσμο τους επέβαλλαν, το κόσμο της σιωπής και τις ψυχές στα όρια του πεπρωμένου, στα όρια της σκοτεινής πόλης έσυραν, με θνητές γραμμές τη ζωή τους οριοθέτησαν. Τις εκπόρνευσαν, με αγγελικά τεχνάσματα την ηθική τους έχασαν και με της πίστης τατουάζ τις τιμώρησαν, το σώμα τους σημάδεψαν.

Εκτοτε, η ζωή φοβισμένη, στα μουτζουρωμένα όρια όταν πλησιάζει, τις ψυχές της σε ψιθύρους μεταμορφώνει, από τις φυλακές τους, καρικατούρες αρρωστημένης προοπτικής, τις ελευθερώνει και όλες μαζι τις ενώνει.

Ένας θόρυβος στη σκοτεινή πόλη ακούγεται, είναι των ψυχών οι παράλληλες ζωές, οι ψίθυροι. Αναμνήσεις απατηλές, θαμπωμένες εικόνες, παρόμοιες μέσα στο χρόνο σκηνές, φθαρμένα όλα από τη σκόνη και τις χλωμές πνοές της αστροφεγγιάς, μέσα από ευθείες και στροφές, στάσεις και αναμονές, το θόρυβο, εκκωφαντικό κάνουν. Ρυθμικοί ήχοι, βηματικοί, με τύμπανα τους κτύπους των καρδιών, στους αδιέξοδους δρόμους οδηγημένοι, στα όρια της πόλης ξεψυχούν.

Το μουτζουρωμένο όριο, η κατάρα της ζωής, της μιας ζωής, της μιας νιότης, τους θορύβους σταματά, ψιθύρους και πάλι τους κάνει, τους σβήνει στη αρχέγονη σιωπή, στην άλλη πλευρά τους συνοδεύει.

Και οι ψυχές, στο μαρμάρινο τοίχο, στο μουτζουρωμένο όριο, γκράφιτι γίνονται, αμέτρητες μαύρες γραμμές, στοιχισμένα ανθρώπινα ονόματα.

…………….

Μια γραμμή από το κέντρο του κόσμου ξεκινά, είναι η θεϊκή εντολή, μια στιγμή ή άπειρες στιγμές μετά, ο κόσμος από την άλλη πλευρά ζωτανεύει. Μια γυναίκα και δυο παιδιά, σ’ ένα σημείο το μαρμάρινο τοίχο κλαίγοντας χαϊδεύουν, τα δάκρυα δεν μπορούν την απώλεια να απαλύνουν, φιλούν και ξαναφιλούν το όνομα το αγαπημένο.

Πρέπει να φύγουν, όμως όπως κάθε φορά, από μακριά, ένα αντίο θέλουν να πουν, κοντοστέκονται και το μαρμάρινο τοίχο από μακριά ξαναφιλούν. Ένας ψίθυρος σαν του ανέμου τη πνοή, τις ψυχές τους με μια γλυκιά ανατριχίλα ταράζει, και τα δακρυσμένα μάτια που το μαρμάρινο τοίχο δύσκολα διακρίνουν, που σαν μια μουτζούρα από μακριά τον βλέπουν, βλεφαρίζουν και λίγα δάκρυα αφήνουν.

Τα δάκρυα στο χώμα πέφτουν και από τη γη παιρνούν, άπειρες γραμμές και πάλι γίνονται και ξανα σκιτσάρουν, σε κάποια άλλη διάσταση, σε κάποιο άλλο κόσμο, τη πόλη των ψυχών, τη πόλη των ανθρώπων ............

AlexMil Αύγουστος 2009

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Τα σχόλιά μου σε άλλα blogs

Κάποια σχόλιά μου σε ενδιαφέροντα blogs:

Άσχετη (Στο σχόλιο AlexMil - Στοίχοι)

Για τόπους και ανθρώπους (Ανταλλαγή σχολίων με mat)

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Παράξενες ιστορίες: Η ώθηση

Με αρέσω, θα σας περιγράψω πως είμαι και σίγουρα θα αρέσω και σε σας, περίπου 169 εκατοστά ύψος , με βάρος πάνω από το μέσο, μακρύ μαλλί που φτάνει μέχρι τους ώμους. Ενίοτε, το κτενίζω εξεζητημένα, με αρέσει να παίζω με τις τρίχες, σήμερα πάντως ξεχύνονται ελεύθερα απ’ όλες τις πλευρές με χάρη, με άσπρες ανταύγειες εδώ και κει.

Τα χαρακτηριστικά μου θα έλεγα είναι όμορφα, μέσης ηλικίας κοιλιά, μύτη μεγαλούτσικη, μάγουλα λίγο κρεμασμένα, μάτια υπέροχα με έμφυτη γοητεία και ανίκητο μαγνητισμό.

Στο ντύσιμο δεν ακολουθώ τη μόδα, φοράω παντελόνι βέβαια, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω το θέλω πάντοτε ιδιαίτερα στενό και λίγο παλιομοδίτικο, με καμπάνα κάτω, έχω και εμμονή στο μωβ. Παπούτσια ψηλοτάκουνα, δέκα εκατοστών και πάνω, χειμώνα και καλοκαίρι φοράω σακάκι σταυρωτό, ριγωτό ή εμπριμέ συνήθως.

Αυτό πού κάνει το στυλ μου ιδιαίτερο είναι πως, κάτω από το σακάκι είμαι γυμνός, το τριχωτό μου στήθος, μια ωραία εικόνα, εκπλήσσει θετικά, άνδρες και γυναίκες.

Γενικά θα έλεγα για να μη σας κουράσω άλλο, ότι είμαι όμορφος, βασανιστικά όμορφος, τα έκπληκτα μάτια των περαστικών το βεβαιώνουν, αλλά και τα σφυρίγματα κυρίως νεαρών αγοριών που ενθουσιασμένα με χαιρετάνε.
Γυαλιά δεν φορώ συνήθως, κρύβουν το μαγνητισμό μου και πολλές φορές φοβίζουν. Έχω όμως πάντοτε, κρεμασμένα σκουλαρίκια και στα δυο αυτιά, προτιμώ δε μεγάλα, κρίκους και συνήθως χρυσά.

Τώρα θα μου πείτε γιατί τα λέω όλα αυτά, πράγματι, στην ιστορία μου δεν παίζουν ιδιαίτερο ρόλο, θέλω απλά να περιγράψω το χαρακτήρα μου και η εμφάνιση είναι ένας καλός τρόπος. Είμαι ντόμπρος, τσαχπίνης, παιγνιδιάρης, αθλητικός, πολιτικά ανένταχτος – παλιά ήμουν οπαδός του Χότζα και σίγουρα καλός χριστιανός.

Δίπλα μου το φυτό, στέλνει ένα περίεργο άρωμα. Κάθομαι σε ένα μπαρ στη παραλιακή, συχνάζω εδώ και περιμένω να φέρουν το τοματόζουμο, χυμός που με αρέσει πολύ. Συνήθως κάνω τα ίδια όπως κάθε φορά, εστιάζω το βλέμμα μου στους γύρω με ένα δικό μου τρόπο, σηκώνω τα φρύδια σουφρώνω τα χείλια σαν να φιλώ, κουνάω το κεφάλι αριστερά και δεξιά, όλα αυτά στιγμιαία για να νομίζουν πως τα έχουν φανταστεί.
Δεν έχω έτσι μπλεξίματα αλλά και εξασκούμε. Σκέπτομαι κάποια στιγμή να βελτιώσω το στυλ βγάζοντας ήχο από μηχανισμό που θα έχω κρυμμένο, σαν ψαλμωδία βυζαντινή, κάτι τέτοιο, αλλά το αφήνω για αργότερα.

Θα σας πω τώρα δυο μυστικά μου, σήμερα έχω διάθεση να μιλήσω, συμβαίνει αυτό όταν ετοιμάζομαι να βοηθήσω. Κατ’ αρχάς με αρέσει να γράφω ποιήματα, θεωρώ τον εαυτό μου ένα μεγάλο ποιητή, γράφω όταν ρουφώ το τοματόζουμο, δεν ξέρω η γλυκιά γεύση της ντομάτας με εμπνέει, όπως τώρα:

Πάντα θα σε αγαπώ,
από αγάπη το κάνω,
η κίνηση μου είναι τόσο απλή,
όμως είναι τελετουργική.
Από κοντά σε ακουμπώ
και έτσι απλά με μια
από την άλλη πλευρά σε στέλνω,
πόσο μ’ αρέσει να σε βοηθώ,
τα χρέη της ζωής σου με μιας να σβήνω.
Έτσι και συ δωρεάν μετακομίζεις
κι εγώ σαν καλός χριστιανός,
το χρέος μου στη πίστη ξεπληρώνω,
γι ακόμη μια φορά.

Σύντομα ποιηματάκια, ρομαντικά, λυρικά θα έλεγα, με ευαισθησία ψυχής. Τα γράφω γρήγορα με μια πνοή, όπως τώρα σε ένα μικρό μπλοκάκι. Όταν τελειώνω, σκίζω το φύλο, το διπλώνω προσεκτικά τέσσερεις φορές, το δαγκώνω, το ρίχνω κάτω δυο φορές, μια ιεροτελεστία που συνηθίζω εδώ και χρόνια για το κακό μάτι και στη συνέχεια το βάζω σε ένα μικρό βαζάκι με αρωματικά που κουβαλάω μαζί μου.

Το άλλο μου μυστικό είναι λιγότερο ρομαντικό, παραμένει όμως γοητευτικό, με αρέσει να φτιάχνω μηχανισμούς. Χρησιμοποιώ μοχλούς, βίδες παξιμάδια, καθρεφτάκια, ελατήρια, μεταλλικές αρθρώσεις, κουμπιά και άλλα πολλά, για να φτιάχνω κατασκευές που βοηθούν τη τέχνη μου και τη κάνουν μοναδική. Σήμερα έχω μαζί μου δυο απ’ αυτές που θα τις χρησιμοποιήσω αργότερα. Είναι απλές αλλά εκεί βρίσκεται η μεγαλοφυΐα μου.

Η μια, είναι μια σφυρίχτρα, της έχω προσαρμόσει ένα σωληνάκι που βγαίνει διακριτικά από το πέτο του σακακιού μου και την έχω περασμένη στη ζώνη μου, χωρίς υπερβολή η σφυρίχτρα αυτή είναι το εξάσφαιρό μου.
Ο άλλος μηχανισμός είναι περασμένος στο πόδι μου σταθερά, στο ύψος του αστράγαλου, το καλύπτει η καμπάνα του παντελονιού μου, είναι ένα έμβολο, που ελευθερώνεται πατώντας ένα κουμπί που βρίσκεται στο μανίκι μου κοντά στη παλάμη του δεξιού μου χεριού. Το κουμπί είναι συνδεδεμένο με ένα καλώδιο στο έμβολο και το ελευθερώνει χρησιμοποιώντας το ρεύμα μιας μπαταρίας.

Τον εξοπλισμό αυτό χρειάζομαι σήμερα, όμως ανάλογα με τις ανάγκες μου χρησιμοποιώ και άλλους, όπως τη προηγούμενη φορά που φόρεσα ένα καπέλο, ένα μαύρο ημίψηλο, που είχε μέσα ένα μηχανισμό που το έκανε να χοροπηδά σαν χαρούμενο σκυλί. Ή την άλλη, θυμάμαι και γελάω, που είχα στο στόμα μια βέρα, την είχα προσαρμόσει ανάλογα, για να πετά τη μαστίχα που μασούσα με ταχύτητα, σαν σφαίρα από καουτσούκ προς τα εκεί που κοιτούσα.

Απέναντι μου μια παρέα από μεσήλικες νοικοκυρές με κοιτούν επίμονα, πάντα με ενοχλεί αυτό, είμαι πολύ ταπεινός, παρότι ξέρω τα προσόντα μου. Γελάνε κάθε τόσο και με δείχνουν με θαυμασμό. Δεν μπορώ, γυρνώ από την άλλη πλευρά και ανοίγω την εφημερίδα, το διάβασμα με κρατά ενήμερο, βελτιώνει και τα ανακλαστικά μου.
Δεν έχω ιδιαίτερη προτίμηση, τα διαβάζω όλα, στέκομαι όμως πάντα λίγο περισσότερο σε περίεργες ιστορίες, όπως τώρα, έχει ένα άρθρο με τίτλο: ψευδαίσθηση ή πραγματικότητα. Γράφει πως, περαστικοί είδαν ένα καπέλο ημίψηλο να διασχίζει το δρόμο χοροπηδώντας, αναβοσβήνοντας με έντονο πορτοκαλί χρώμα. Μια μηχανή με ταχύτητα, την οδηγούσε εβδομηντάχρονος με συνεπιβάτη συνομήλικη εντυπωσιακή ξανθιά, τρόμαξαν από το καπέλο, παρέκλιναν της πορείας τους και συγκρούστηκαν με ανάπηρο μετανάστη στην απέναντι γωνιά. Τραυματίστηκαν θανάσιμα και οι τρεις.
Τι να πω τώρα, κρίμα, έπρεπε να πρόσεχαν περισσότερο, οι δρόμοι στην εποχή μας είναι πολύ επικίνδυνοι.

Κοίταξα την ώρα στο απέναντι ρολόι, έπρεπε να φύγω σκέφθηκα, νύχτωνε και ήθελα να κάνω ένα τελευταίο έλεγχο. Σηκώθηκα και προχώρησα προς τις τουαλέτες, κατέβηκα τα πράσινα σκαλιά, δεξιά ήταν οι αντρικές, μπήκα στο προθάλαμο, δεν ήταν κανείς, μύριζε όμορφα, λίγο βρώμικος, με τρίχες κολλημένες στα υγρά πλακάκια δίπλα στους νεροχύτες, σε διάφορα είδη και μεγέθη. Καλός οιωνός ψιθύρισα. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο οι τρίχες ανεβάζουν την αδρεναλίνη μου στα ύψη, ξαφνικά, τρέμω και κοκκινίζω, πιστεύω ότι έχει σχέση με τη πίστη μου, γι αυτό όπως τώρα γυρνάω προς το καθρέπτη προσκυνάω τρεις φορές και κάνω το σταυρό μου, ευτυχώς όμως, δεν είχα κρίση.

Μπήκα στη τελευταία πόρτα αριστερά, δεν κλείδωνε, ακούμπησα με τη πλάτη στη πόρτα, σήκωσα τη καμπάνα του παντελονιού και ήλεγξα το μηχανισμό στο πόδι, ενοχλούσε λίγο η κάλτσα, γι αυτό προτίμησα να τη βγάλω. Θα έμενα με μια αλλά δεν πείραζε. Δυσκολεύτηκα να βγάλω το παπούτσι, είχε περίπου 10 εκατοστά τακούνι, μου ήταν και στενό, δεν μπορούσα και να σκύψω, έτσι, έβγαλα εύκολα το καπάκι της τουαλέτας και με τη άκρη του σπρώχνοντας το παπούτσι από τη πίσω πλευρά, με λίγη προσπάθεια το έβγαλα. Τα υπόλοιπα ήταν εύκολα, τη κάλτσα την άφησα εκεί αφού πρώτα την έβρεξα για να φύγει η μυρωδιά, τη μυρωδιά μου δεν θέλω να τη γνωρίζει κανείς. Με ελαφρύ φύσημα από το σωληνάκι δοκίμασα και τη σφυρίχτρα, έβγαλε με κομψότητα τον ήχο που επιθυμούσα, λειτουργούσε άψογα.

Ανέβηκα τα σκαλιά γρήγορα και με κέφι, ήμουν έτοιμος, είχα κάνει και μια χορευτική φιγούρα με το χέρι ψηλά, μπροστά στο καθρέπτη λίγο πιο πριν, μια συνήθεια από παλιά. Έπρεπε να δείτε πως κυμάτισε η καμπάνα στη περιστροφή.

Έφυγα από το μπαρ και ανηφόρησα προς το μεγάλο κεντρικό δρόμο που οδηγεί έξω από τη πόλη, στα Ανατολικά. Ο δρόμος αυτός με αρέσει πολύ, έχει τα στοιχεία εκείνα που βοηθούν πολύ το έργο μου, έχει στο μέσο του μια στενή νησίδα, που χωράει ίσα – ίσα δυο ανθρώπους στο πλάτος της, τα αυτοκίνητα τρέχουν γρήγορα, είναι κακοφωτισμένος, και δεν υπάρχει κόσμος στα πεζοδρόμια, κάπου κάπου κάποιος το διασχίζει, ιδανικός.

Ξαφνικά, σε κάποια στιγμή της ζωής μου αρκετά χρόνια πριν, εμφανίστηκε η ανάγκη μου να βοηθώ, ξεκίνησε απλά, μια ηλικιωμένη που δυσκολευόταν να κουβαλήσει τα ψώνια της, ένας νεαρός που ζητούσε ένα ευρώ για εισιτήριο στο αστικό, ένας ηλικιωμένος που έψαχνε τις τουαλέτες στο ΙΚΑ της γειτονιάς του, μια νοικοκυρά που έκλαιγε τη χαμένη ομορφιά της……Με τα χρόνια εξελίχθηκα, βελτιώθηκα, ερμήνευσα καλύτερα τη πίστη μου στο θεό και έφθασα στη σημερινή τελειότητα.

Κρίνετε σεις τη κομψότητα και τον ανθρωπισμό μου. Περιμένω στην νησίδα, υπάρχει ένα πλάτωμα , κάνω πως μιλώ στο κινητό, μην εκπλήσσεστε έχω κινητό, παλιό μεν, μεγάλο, δεν λειτουργεί, αλλά κάνει τη δουλειά του. Εδώ και λίγη ώρα, από την άλλη άκρη της νησίδας έρχεται κάποιος, περπατάει αργά, απέχει περίπου πενήντα μέτρα, προετοιμάζομαι….
Όλα είναι θέμα συντονισμού, τη στιγμή που θα βοηθήσω θα πρέπει να είμαι ακριβώς δίπλα του από τη μέσα πλευρά και συγχρόνως να πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα ένα αυτοκίνητο.
Οι μηχανισμοί είναι έτοιμοι, στο στόμα μου έχω το σωληνάκι της σφυρίχτρας, και το δάχτυλο έτοιμο για να πατήσει το κουμπί του εμβόλου. Είναι η στιγμή που αποκαλύπτεται η τέχνη μου, η αγάπη μου. Το ένστικτο λειτουργεί με ακρίβεια, τη κατάλληλη στιγμή, όταν με φθάνει και είναι σχεδόν δίπλα μου, σφυρίζω και πατάω το κουμπί.

Με τον καιρό έχω εξασκηθεί, δεν κοντοστέκομαι καν, βαδίζω φυσιολογικά και στρίβω στην άλλη πλευρά. Τα μάτια πάντα δακρύζουν ευγενικά, τους πονώ γι αυτό και τους βοηθώ.
Ο ήχος της σφυρίχτρας τον τρόμαξε και το έμβολο με ευκολία κτυπώντας το πόδι του τον ώθησε στο δρόμο. Το περαστικό αυτοκίνητο τον πέταξε μέτρα μακριά.

Βρίσκομαι στο αγαπημένο μου στέκι και πίνω τοματόζουμο με αλάτι και πιπέρι. Διαβάζω την εφημερίδα και η μυρωδιά του διπλανού φυτού συνεχίζει να με ενοχλεί. Όπως ξέρετε ήδη, με αρέσουν τα παράξενα νέα, υπάρχει ένα με τίτλο, ο πρώην παπάς και οι παπαδιές, σας το μεταφέρω: ηλικιωμένος, πρώην κληρικός, ανύπαντρος, εντελώς ξαφνικά πετάχτηκε στο δρόμο και παρασύρθηκε από διερχόμενο με μεγάλη ταχύτητα αυτοκίνητο που το οδηγούσαν, δυο φίλες παπαδιές……

Είχε περάσει η ώρα, νύκτωνε, σηκώθηκα για τη τουαλέτα, έπρεπε να κάνω το τελευταίο έλεγχο, οι μηχανισμοί ήταν καινούργιοι και θα τους χρησιμοποιούσα για πρώτη φορά…………..

AlexMil Ιούλιος 2009

Επόμενη παράξενη ιστορία
Ο καπνιστής

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Τα σχόλιά μου σε άλλα blogs

Γεια σε όλους, φίλους και φίλες,
είθε το μεγαλο διάστημα να σας έχει καλά.

Με αρέσει να γράφω σχόλια σε άλλα blog , για πολλούς λόγους, κυρίως για επικοινωνία, συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων, αθώα πειράγματα. Συνήθως η γραφή μου είναι γρήγορη, πολλές φορές απαίδευτη, ο χρόνος βλέπετε, όμως μερικές φορές εστιάζω περισσότερο, όπως όλοι μας αλώστε, σε θέματα που με ενδιαφέρουν, όπως πολιτικής, τέχνης, αισθητικής, θρησκείας, μεταφυσικής, αντιεξουσίας κ.λ.π.

Επειδή το blog μου θέλω να είναι έκφραση των συναισθημάτων μου μέσα από τη ποίηση και το διηγηματικό λόγο, δεν γράφω κείμενα που να διαπραγματεύονται θέματα όπως αναφέρω παραπάνω. Βέβαια οι στοίχοι μου αλλά και τα διηγήματα, έχουν έντονη τη διάσταση της ζωής και της κοινωνίας σε όλες τις εκφάνσεις της, οι εικόνες που προσπαθώ να προβάλω μιλούν πάντοτε για τη ζωή σουρεαλιστικά και πραγματικά, είναι όμως συναισθηματικές – καλλιτεχνικές απόπειρες και μόνο.

Για αυτό λοιπόν όποτε θεωρώ κάποιο σχόλιό μου σε άλλο blog ενδιαφέρον, θα βάζω το link του για οποιον /α ενδιαφέρεται. Οπως τώρα, αυτό για τη πόλη κσι τη τέχνη στο εξαιρετικό blog "Paradise lost blog". Κλικάρετε εδώ

Με εικονικά φιλιά στο μέτωπο
Η σκόνη του κόκκινου ήλιου να σας προστατεύει.


AlexMil

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Σε μια καρέκλα καθιστός

Σε μια καρέκλα καθιστός, λίγα μέτρα πιο πέρα από ένα δρόμο της συμφοράς, ιπτάμενους ελέφαντες παρατηρώ να τον περνούν, με αεροσυνοδούς και επιβάτες, πιλότους έχουν παπάδες όλων των θρησκειών και καύσιμα, χυλό πίστης και υποταγής, ειδικής μάρκας και κατασκευής.

Απέναντι, καθώς πρέπει μικροαστοί, αφηνιασμένοι ουρλιάζουν, πως έγινε, τα αυτοκίνητα ελέφαντες να γίνουν, κανείς δεν τους ενημέρωσε, ούτε η tv ούτε του κράτους οι αρμόδιες υπηρεσίες. Η εντολή έρχεται από ψηλά, τα ρούχα τους να βγάλουν και πίσω από τους βράχους να κρυφτούν, δεν πρέπει έτσι να τους δουν αυτοί που θα περάσουν.

Πιο πέρα, στ’ αριστερά, πρόσωπα γνωστά και διάσημα, της οθόνης καλλονές και της εξουσίας προστάτες, γονατισμένοι περπατούν, στη πλάτη τους φυτρωμένα φτερά μιας χρήσης έχουν, γι’ αυτό και δεν πετούν, φοβούνται να το κάνουν, γιατί αιώνια θα περπατούν, δια βίου εκτεθειμένα τα οπίσθια θα έχουν.

Στο βάθος, με φόντο το γαλακτερό βουνό λουσμένο από θεϊκό σπέρμα, εκεί στο μπαρ με τους αρρενωπούς συνοδούς, στοιχισμένοι μετανάστες, κάθε φυλής και χρώματος, με πρόσωπα διαφημιστικά, χαρωποί , επιταγές πλουσιοπάροχες κρατούν, σαν σημαιάκια φαίνεται να τις κουνούν, έρχονται προς τα εδώ, έχουν για αρχηγό, ένα φασίστα χρωματιστό, ξυρισμένο και τεκνό.

Πίσω τους νοικοκύρηδες, με φούστες ανδαλουσιανές και πολύχρωμα στρας, με δυσκολία περπατούν, στραβοπατημένες γόβες δέκα εκατοστών φορούν, πρέπει και να κουβαλούν τις νοικοκυρές στη πλάτη. Ευτυχώς γι’ αυτούς, ιπτάμενα τσιγάρα από πάνω τους περνούν, εντερικούς σωλήνες εκτοξεύουν με πιπίλες γονικές, για να ρουφούν και να μπορούν, στις διάφανες γόβες τους να ισορροπούν.

Μεγαλοδύναμε, θέλω να σηκωθώ, η καρέκλα μου από τη μια μεριά βουλιάζει, σε υπαίθρια περιττώματα με παράτησαν φίλοι, τους στίχους μου δεν άντεχαν ν' ακούν με στόμφο λυρικό να απαγγέλω, για αγάπες κατοικίδιων και μικροαστών, για κουνούπια που έγιναν πόρνες, για υδραυλικούς σταρ που έμαθαν να τραγουδάνε.

Πετάγομαι και παραλίγο να πέσω στα σκατά, από πίσω μια στρατιά από ανόητα παιδιά, πεινασμένα φαίνονται, πίνακες του Πικάσο του Νταλί, του Μιρό, όλων των λαμπρών σουρεαλιστών, πάνω σε πλατφόρμα προεκλογική, τους κουβαλούν, δεμένους έχουν πίσω χρωματιστούς ασβούς, διαβάζουν στοίχους του Ελυάρ και ποδοσφαιρικά σε κάθε ποιητική στροφή, με συνθήματα ουρλιάζουν.

Να φύγω αποφασίζω, από του παντελονιού μου τη τσέπη, μια μύγα βγάζω τραβεστί, ζευγαρωμένη κάποτε με πλούσιο πολιτικό, την καβαλώ και προς τ' ανατολικά πετώ, κάπου προς τα κει είναι οι φίλοι μου οι σεβαστοί, πάνω σε διονυσιακό φαλλό πιασμένοι .

Όμως τι βλέπω, από μακριά ένα χέρι, ένα γαλάζιο γιγάντιο χέρι τον ορίζοντα να τσαλακώνει.
Για μια στιγμή, νόμιζα πως ήταν πάλι κόλπο της tv, σαν τη γρίπη τη μαζική, ίσως κόλπα διαφημιστικά αυτά που έβλεπα πιο πριν, αλλ’ όμως κάτι δεν πήγαινε καλά, αν όλα ήταν έτσι, γιατί από τα περιττώματα η μυρωδιά υπήρχε ακόμη;

Και πριν καλά – καλά ξανασκεφτώ, μήπως το τηλεκοντρόλ με σώσει, το γαλάζιο χέρι με φθάνει και με τσαλακώνει.

Αυτή είναι μια ιστορία αναρχίας, τρέλας και αγάπης, αν την πιστέψετε, τον ήρωα του Θερβάντες ακολουθήστε, σίγουρα στο ταξίδι όλοι μας, μια Δουλτσινέα / ο θα ονειροπολούμε.

AlexMil Ιούλιος 2009

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Διάβολε, χάνομαι

Άκουσα πάλι στης νύχτας το σκοτάδι τα δάκρυα μου, καυτές σταγόνες να κατρακυλούν να πέφτουν στου δρόμου την άκρη και απ' τα χέρια, τ' αστέρια έχασα, αναμνήσεων κραυγές έγιναν, σκόνη πικρή, ανεμοσκορπισμένη. Του προσώπου μου οι συσπάσεις, μάσκα αρχέγονου πόνου, τη ψυχή μου αγρίεψαν, στον άνεμο ούρλιαξα, λόγια, δεν ξέρω, ίσως αγάπης, που ο χρόνος παγίδεψε, για ν’ ακουστούν στους ήχους της σιωπής, για να ταξιδέψουν στο μετά, στη μοναξιά του χρόνου και της καρδιάς της.

Τραγούδια αγαπημένα με σταμάτησαν κάπου στο πουθενά, δεν έβλεπα, τα μάτια παραμόρφωναν, τεθλασμένα περιγράμματα, φωτεινές πνοές, εικόνες σχισμένες, στην οθόνη στο βάθος της σκοτεινής προοπτικής, σταγόνες καρδιάς, όλα, το τώρα έδιωχναν, περιστρεφόμουν και τα χέρια άπλωνα το παρελθόν να ακουμπήσω, με δάκρυα διαμαντένια το χρόνο πλήρωσα, πέτρινες πύλες άνοιξα για να την συναντήσω. Μα το διάβολο, τα δάκρυα συνέχιζαν, όμως τ’ αγγίσματα, ανατριχίλες μέσα κι έξω, χάδια ερωτικά τα ένοιωθα, σε κόσμο άσωμο κατρακύλησα, τη καρδιά της ψυχής μου έκαψα και στην δάκρινη λίμνη την έσωσα. Στην ακτή με τους κόκκους του πόνου βαριαναστέναξα, τη σκεπτόμουν, η πνοή της κύματα λυτρωτικά το σώμα μου σαγήνευαν, το κορμί της, επαφή υπόσχεσης, στη μηχανή, ταξιδιώτες αόρατοι του πεπρωμένου ήμασταν, σε μια ασταμάτητη φυγή.

Άνεμος φίλος και παρηγορητής, τα αναφιλητά μου σκεπάζει και από μονοπάτια απατηλά με οδηγεί σε χρόνους κυματιστούς, χάρτινος γίνομαι, και στον ουρανό πετώ και χάνομαι, τσαλακωμένος, παλιόχαρτο, πολλές ιστορίες, τελειωμένες, κάθαρση και αναμονή για το ταξίδι, σαν χαιρετισμοί σε σταθμό νυχτερινό, φωνές που έγιναν βουητά αδικημένης αγάπης, τρέλα με σκίτσα παιδικά, απλές επιθυμίες περπάτημα σε δρόμους τυχοδιωκτικούς, εγώ κι εκείνη, δάκρυα που ομιχλώνουν τα απλά, τα απαραίτητα,

διάβολε, χάνομαι,

θέλω να χαθώ, έστω για λίγο, να διαλυθώ στου κόσμου το πριν, με τα δάκρυα της πίκρας, μελαγχολικές σταγόνες αντιστροφής, να περπατήσω από εκεί που πέρασε, για να ρυθμίσω και πάλι με τη μπαγκέτα του χρόνου, το αφιονισμένο παρελθόν μας. Σβήνω τα δάκρυα με τη πνοή της καρδιάς μου, στο τίποτα τα χέρια απλώνω χάδια να της προσφέρω, με το αστρόφως μέσα στο σκοτάδι της απομόνωσης, γραμμές, καμπύλες, σχήματα τρισδιάστατα τεχνουργώ, πολύτιμα πετράδια, πορφυρά στολίδια στο κορμί της, παντοτεινές υποσχέσεις στη αιωνιότητα, όταν στο σύμπαν για να τη ξαναβρώ, θα ψάχνω ανάμεσα στ' αστέρια.

Που είσαι; Ταξιδιώτης στις αλάτινες γραμμές των δακρύων μου, σε ανήλια στέκια μεταμοντέρνων αισθημάτων, τατουάζ στο δέρμα μου χαράζω, αιμάτινο σχήμα της μορφής σου, της Βεγγάζης μυθική θεά, για να σε βρίσκω, παλλόμενη οπτασία, αερικό, στης μοναξιάς μου τα ταξίδια, σε χάρτινους αυτοκινητόδρομους, ζωγραφιές με γκρίζες γραμμές που τελειωμό δεν έχουν.

Στης μηχανής το καθρεφτάκι, λερωμένη η μορφή σου τρεμοσβήνει, ο κόμπος στο λαιμό τη συγκρατεί λίγο πριν ξεψυχήσει, πλαγιάζω στη δεξιά στροφή και στην έξοδο μαρσάρω, στο βάθος λαμπιόνια για περαστικούς παρατηρώ, θα σταματήσω, κάτι θα βρω, αστέρια στα χέρια θα κρατώ, ένα στριφτό θα κάνω, θα πιω, θα δώσω, θα παρηγορηθώ.


Στη συναυλία της ζωής, παλλόμενα κορμιά με σηκωμένα χέρια, ροκάρουν συναισθήματα ψυχών, στο μπαρ, του ξανθού υγρού φαντασιώσεις, και συ στο βάθος χαμογελάς, με καλείς, λικνίζεσαι με υποσχέσεις. Το τέλος και η αρχή των λυγμών, η συνέχεια της αναζήτησης, το κυνηγητό μέσα στη σκόνη του κόκκινου ήλιου, στην αστρόσκονη της ελπίδας.

AlexMil Ιούλιος 2009

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Ηδονή στο κόκκινο πλανήτη


Με πάθος,
στο μαύρο μεταλλικό τοίχο την έσπρωξα,
πίσω,
από το μπαρ των ψυχοναυαγών ,
στο κόκκινο πλανήτη του Σείριου,
γνωριμία,
ποτών που της κέρασα,
πόθου τρεμουλιαστού, ηδονικού,
σε χαρτονόμισμα των εκατό που της έδωσα.

Τα φεγγάρια τη χλόμιαζαν,
η αστρική πνοή,
κόκκοι φωσφορίζοντες
χαοτικές γραμμές στο δέρμα της σχημάτιζαν,
το διακόπτη της ηδονής γύρισε,
το σώμα της υγράθηκε,
και μύριες ανατριχίλες,
τη σχισμή διαπέρασαν.

Με λαχτάρα εφηβική,
τα χείλια μας,
με το ερεθισμένο σάλιο,
να συγκρατούν φιλήδονα,
τρυφερά ακούμπησαν,
μα τους γαλαξίες, δεν αντέξαμε,
με μανία τα ρουφήξαμε,
τα ματώσαμε,
με τις γλώσσες σε ξέφρενο ρυθμό
τους χυμούς τους ήπιαμε
και με τα στόματα,
σε χορό ανδαλουσιανό,
ορθάνοικτα,
με τα πνευμόνια μας,
ερεθισμένες πνοές με μουγκρητά ηδονής ανταλλάξαμε.

Τα χέρια μας,
καυτές απολήξεις,
σε άγριες ρυθμικές κινήσεις
με ηδονή τα ρούχα λέκιασαν
με υγρά τις πτυχές λίπαιναν,
λευκές σταγόνες έκστασης ,
από την άκρη έχυσαν,
και τον πόθο,
στου γυμνού τα όρια εκτόξευσαν.

Λίγες στιγμές μόνο,
γιατί σε ξέφρενο παροξυσμό,
τα ρούχα που εμπόδιζαν,
σπασμωδικά πετάξαμε,
δάχτυλα,
και παλάμες σφικτά αγριεμένες,
ανεβοκατέβαιναν
και στους δρόμους των υγρών της ηδονής,
οι γλώσσες μας σε ξέφρενη
επανάληψη τους ερεθισμούς κορύφωναν.

Τα κορμιά,
λαμπαδιασμένα πάλευαν,
με περιδινήσεις χαοτικές,
με επιθέσεις ξαφνικές,
το ένα μες το άλλο,
για μια στιγμή,
και έβγαιναν,
περίκλειστες ερεθισμένες πτυχές,
τρελαμένες,
την σκληρότητά του
με βίαιες παλινδρομήσεις ανίχνευαν,
με υγρά παραδείσια τον άλειφαν
και ετοιμαζόντουσαν.

Ήταν η τύχη σίγουρα
λίγο πριν την ολοκλήρωση,
που τα φεγγάρια,
με πορφυρό χρώμα μας έλουσαν.
Η μαγνητική θύελλα που ξέσπασε,
με λευκές κυματοειδείς ακτίνες,
μας χάιδεψε
και μας εκτίναξε,
το σώμα της
σε στάση ολοκλήρωσης,
από πάνω,
σε μια υπέρτατη προσπάθεια,
αρχέγονα, απαιτητικά,
την ηδονή,
πιο βαθιά ακόμη έβαλε
και με άγρια βογγητά
τα υγρά,
πύρινες σταγόνες
μέσα της εκτίναξε.

Λίγο μετά,
στο μπαρ δεν με γνώριζε.
Με καπνό αρωματικό,
από τον πλανήτη γη,
ένα τσιγάρο έστριψα,
και το παγωμένο ποτό,
που ο μπάρμαν με πρότεινε
με μικρές γουλιές τέλειωσα.

Ακόμη ένα ζήτησα…
μα το διάστημα, το απόλαυσα.


AlexMil Ιούλιος 2009

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Στα άστρα αναζητώ

Άνεμος από τα Δυτικά φυσάει δυνατός,
σκόνη λεπτή το φόντο κοκκινίζει,
και λίγο πριν χαθεί στου ορίζοντα το ίχνος,
τον ήλιο σαν αιμάτινη σταγόνα εμφανίζει.
Τ’ άστρα,
του σύμπαντος οι αφορμές,
το χάρτη των ονείρων ξεδιπλώνουν,
ακόμη μια φορά,
αστρόφως ελπίδας και διαφυγής εκπέμπουν,
ίδια παντού απ’ όπου και αν τα βλέπουν,
των ανθρώπων οι ανόμορφες,
ψυχές και καταστάσεις.

Τα ουρλιαχτά των σκύλων
φαντάσματα στο πουθενά,
στο μπαρ πίσω από του τραίνου τις γραμμές,
κάπου στο κόκκινο βράχο,
τη μοναξιά του αναβάτη συντροφεύουν,
στροφές χωρίς τέλος και αρχή,
μόνο η μυρωδιά της πίκρας,
η γεύση του σάλιου χωρίς φιλί,
η στοργή της μηχανής,
το μόνο που κάθε φορά μένει,
ροδιές, τα ίχνη της μοίρας, της ζωής.

Στης ξενιτιάς το αμπάρι
στο υπόγειο μιας πόλης των πιστών,
δίπλα στον υπόγειο σταθμό,
έσβησαν τα ουρλιαχτά των εντολών,
τα αναφιλητά σταμάτησαν,
και οι ψυχές ξάγρυπνες με τα μάτια ξεραμένα
από τους κυνηγούς αλαφιασμένες,
τσακισμένες καρδιές,
στοιβαγμένα κορμιά,
των αγαπημένων τους τα φυλακτά σφιχτά κρατούν,
με τα χείλια τα ψηλαφούν
και με αναστεναγμούς,
κραυγές ψυχής τα ψιθυρίζουν.

Σε κάποια φτυσμένη του κόσμου πλευρά,
πίσω από το όχημα της ενοχής,
η βοήθεια της ντροπής μας,
κορμιά συνωστισμένα, μάτια διαμαντένια
αθώες ψυχές με τα χέρια ψηλά,
πακεταρισμένες συγγνώμες στο αέρα γραπώνουν,
εκλιπαρούν,
έστω για λίγο τη ζωή να κερδίσουν,
ο χρόνος γι’ αυτούς, αντίστροφα μετρά,
η ενοχή μας για άλλη μια φορά,
μόνο αυτή μένει,
αλλά είναι αρκετή;
όταν ο χρόνος τους σε μια στιγμή μπορεί και να τελειώσει;

Στη τυραννισμένη πόλη,
τη κατεστραμμένη απ’ των ευσεβών τα πυρά,
στο σπίτι πίσω από την εκκλησία του θεού,
ο θρήνος του μικρού παιδιού,
το χρόνο κάνει και δακρύζει,
άδεια η πολυθρόνα στη γωνιά,
η αγκαλιά, η λατρεμένη,
των χαδιών η αγάπη δεν υπάρχει πια.
Αναφιλητά της ψυχής του αναβλύζουν,
κι απ’ το ημερολόγιο της μνήμης
τραγούδια που αγαπούσαν ψιθυρίζει.
Θέλει ο χρόνος πίσω να γυρίσει,
στις κοντινές και μακρινές,
τις μαγικές στιγμές,
στης ευτυχίας τις γαλήνιες περιστροφές,
αλλά το ξέρει, δεν μπορεί,
θέλει όμως το γιατί,
τη ζωή του στέρησαν με του όπλου τη δειλία,
θρηνούν τουλάχιστον αυτοί;
οι ζηλωτές;
της πίστης οι προσευχές πάλι θα
τους συγχωρήσουν;

Της απαρχής του κόσμου δημιουργίες,
το παρελθόν εξιστορούν,
αστέρια,
του σύμπαντος λαμπερές ψυχές,
ύλη της ζωής,
της αρχής και τους τέλους.

Ιστορίες ανθρώπων,
από τη σχισμή της απελπισίας
και του πόνου τη δίνη,
την ελπίδα στα αστέρια αναζητούν,
οι ευχές τους,
κάλεσμα αρχέγονης καταγωγής,
σε γαλαξιακά πλοία ταξιδεύουν,
τις γραμμές των αστεριών ακολουθούν
ηχώ συναισθημάτων μεταφέρουν,
στα σύμπαντα των αστεριών,
πραγματικότητα για να γίνουν.

Ο άνεμος κόπασε τώρα,
σιώπησε από τους αναστεναγμούς το πόνο,
τα άτια του ουρανού,
αιθέριες οπτασίες,
με αναβάτες, των επιθυμιών τις προσδοκίες,
καλπάζουν και χάνονται,
στο βάθος, των αστεριών το φόντο,

-------
η μηχανή,
στο τέλος του δρόμου δεν φαίνεται,
τη φυγή της, στρόβιλοι αστρικής σκόνης τη κάλυψαν,

και ο ξενιτεμένος,

στο φτωχικό του στρώμα,
στο υπόγειο της ενοχής,
τη γαλήνη από την άλλη μεριά ζητά,
τα δάκρυα έχουν σβήσει,
γυρνά και αποκοιμάται.

Το πεινασμένο παιδί,
στη αγκαλιά του πονεμένου γονιού,
αφήνεται γλυκά και παραπονεμένα.
Όνειρα αθώας ζωής
από δαίμονες κυνηγημένα,
ίδια με του παιδιού,
που το γονιό του έχασε,
από άλλων γονιών τα βόλια.


AlexMil Ιούλιος 2009

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

Παράξενες ιστορίες: Νέα ζωή

Σκοτείνιασε εδώ και ώρα, ομίχλη, ανάλαφρη, κινητική, σαν να βγαίνει στροβυλίζοντας από χαραμάδες, εδώ και κει, μια βροχή αδύνατη, καχεκτική, διαγράφονται στο κιτρινόφως ενός ξεχαρβαλωμένου φωτιστικού στο κέντρο της μικρής πλατείας.

Αυτός, περιμένει με υπομονή, κουρασμένος, δυσκολεύεται να κρατήσει τα μάτια του ανοικτά, όμως μένει ξύπνιος, πρέπει να έρθει η κατάλληλη ώρα για να μπει.
Ήρθε από τη Βόρεια πλευρά της πόλης, με τις εγκαταλειμμένες συνοικίες, 4 με 5 χιλιόμετρα απόσταση, μια δύσκολη διαδρομή, με τρελαμένους κυνηγούς παντού.
Τώρα, στο υπόγειο του εγκαταλειμμένου σπιτιού, παγωμένος και πεινασμένος, ματωμένος από τη φαγούρα που τον τρελαίνει, ικανοποιημένος παρ' όλ' αυτά, προσέχει όσο μπορεί τα θαμπά φώτα.

Το οπτικό του πεδίο, η απέναντι πλευρά της πλατείας, σκηνή μπαρόκ με σπίτια γερασμένα, βρώμικα από γκριζοπράσινες λωρίδες, σκόνης, βροχής και οξειδωμένου χαλκού.
Αισθάνεται πως τον κοιτούν, τα σκοτεινά τους τζάμια, σαν εφιαλτικά μάτια βλεφαρίζουν, θαρρεί πως οι πόρτες σαν σουφρωμένα γεροντίστικα χείλια του στέλνουν φιλιά.
Πάντα φοβάται τις παραισθήσεις της πολύωρης αναμονής και του ταλαιπωρημένου του κορμιού, τότε νομίζει πως τραγουδά με τη ξεδοντιασμένη του αναπνοή.

Μπήκε από τη χορταριασμένη πίσω αυλή , ένα σπασμένο παράθυρο, ήξερε το μέρος γιατί είχε ξανάρθει. Συνήθως δεν δυσκολεύεται, επιβιώνει με ικανότητες αρπακτικού που τις απόκτησε στο δρόμο. Δυνατή όσφρηση, οξυμμένη ακοή, διαίσθηση του κινδύνου, αυξημένη μυϊκή δύναμη, ευελιξία, και νοημοσύνη το μόνο που ευτυχώς δεν χάθηκε από το παλιό του εαυτό.

Πάντα, σε ώρες αναμονής σκέπτεται και κυνηγά. Συνήθως μένει ακίνητος και αυτό τον βοηθά. Η μυρωδιά του ίδια με αυτή της μούχλας και των οχετών, δίνουν το πλεονέκτημα, τον αντιλαμβάνονται όταν είναι αργά.
Όπως τώρα, από τα δεξιά του, πολύ κοντά και καταπάνω του έρχεται η τροφή, δεν αποσπάται η προσοχή του, για μια στιγμή μόνο το χέρι κινείται με ταχύτητα, την αρπάζει και με τη κοφτερή λάμα με το άλλο την αποκεφαλίζει. Του αρέσει όταν είναι ζεστή, με σπασμούς ζωής ακόμη κα το αίμα να αναβλύζει. Πρώτα ρουφά όσο προλαβαίνει και μετά αργά, δεν βιάζεται, με μικρά θρεπτικά κομμάτια την καταβροχθίζει.

Σκέπτεται πολύ, τη ζωή του καιρό πριν.
Υπάλληλος, ένας ευυπόληπτος πολίτης ήταν, με οικογένεια και παιδιά. Ζωή συνηθισμένη, χωρίς πάθος, αρκετά χρόνια γάμου.
Όλα έγιναν ξαφνικά και τέλειωσαν
γρήγορα. Έχασε τη δουλειά του, 25 χρόνια υπηρεσίας, η οικονομική κρίση είπαν, αλλά δεν ήθελαν μεσήλικες, σάρκα, εργατική νεανική ζητούσαν να καταβροχθίσουν. Του πήραν σπίτι αυτοκίνητο, όλα ήταν υποθήκη, ξόδεψε τη αποζημίωση και τη σύνταξη για να τα σώσει, δεν τα κατάφερε και στο τέλος δεν του έμεινε τίποτα.
Οι φίλοι απομακρύνθηκαν, στο τέλος τον εγκατέλειψαν η γυναίκα και τα παιδιά του. Δεν ήταν αχάριστοι, διαχρονικής κόπιας θρησκευόμενοι ήταν.

Εμεινε μόνος, χωρίς σπίτι, δουλειά, φαγητό.
Το πρώτο καιρό τριγυρνούσε στη πόλη εύρισκε δουλειές του ποδαριού, ίσα – ίσα για φαγητό και ύπνο φθηνό.
Σύντομα όμως, τα πράγματα χειροτέρεψαν, άρχισε να κοιμάται εδώ και κει, στα πάρκα στην αρχή, μέσα στις πυκνές φυλλωσιές, τον βόλευε, έπλενε το σώμα και τα ρούχα με το δημόσιο νερό και προσπαθούσε όσο μπορούσε να μη φαίνεται παρατημένος.

Εκεί κάπου άρχισε η αλλαγή, ο χειμώνας ήρθε γρήγορα και η εμφάνισή του όλο και τρόμαζε, στο τέλος δεν μπορούσε να βρει ακόμη και δουλειές που άλλοι απέφευγαν.
Επιβίωνε με συσσίτια αλλά τον έδιωξαν και από κει.
Ήταν ήσυχος, προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητος, αλλά δεν γινόταν, η μυρωδιά του απωθούσε, η μορφή του άγρια με πυκνή τριχοφυΐα δημιουργούσε ανατριχιαστικούς συνειρμούς και τα ρούχα του, ένα κοστούμι μαύρο με γλίτσα που καθρέπτιζε την ομορφιά του, με ξεχειλωμένες βελούδινες λωρίδες στα πέτα , και μπότες κόκκινες στραβοπατημένες, συμπλήρωναν τις δικαιολογίες των παπάδων για να τον διώξουν.
Για ένα ήταν περήφανος εκείνη τη εποχή. Φορούσε μια ζώνη από φιδίσιο δέρμα, και στη πίσω πλευρά της είχε μια θήκη για μαχαίρι. Τη βρήκε σε ένα σκουπιδοτενεκέ, όταν άρχισε να αναζητά τα αναγκαία για να ζήσει. Την έχει μέχρι σήμερα αν και πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Απ’ αυτήν έσυρε τη λάμα.

Επιτέλους σκέφθηκε, τα φώτα στο απέναντι εστιατόριο άρχισαν να σβήνουν. Είχαν πολύ κόσμο, θα πέταξαν και πολύ τροφή. Κοίταξε γύρω του, μια σπασμένη καρέκλα στην απέναντι πλευρά, ίχνη στους τοίχους από πίνακες που είχαν μετά από καιρό αφαιρεθεί και το πόδι μιας παιδικής κούκλας, δίπλα στη πόρτα που οδηγούσε σε ένα διάδρομο.
Δίπλα του η ουρά της τροφής του ακόμα κτυπιόταν σπασμωδικά, την είχε φτύσει, δεν του άρεσε ποτέ.
Δεν ήταν κακός δεν έγινε κακός, ήταν ακόμη γεμάτος αγάπη σκεφτόταν, καθώς σκυφτός και με γρήγορα βήματα διέσχιζε τη πλατεία.
Οι σταγόνες της βροχής πιο πυκνές και δυνατές τώρα, τον έβρεχαν, τον πονούσαν αλλά δεν τον ένοιαζε, είχε φθάσει στο στόχο του. Διέσχισε το στενό διάδρομο στα δεξιά του κτιρίου που οδηγούσε στο προαύλιο πίσω. Στη γωνία στο βάθος είχαν τα σκουπίδια, περικλεισμένα με μεταλλικό πλέγμα. Με ευκολία πήδηξε από την άλλη πλευρά.


Ξεκίνησε να ψάχνει τροφή στα σκουπίδια, τότε που οι παπάδες τον έδιωξαν από τα εστιατόρια του θεού. Δουλειά δεν μπορούσε να βρει και αυτά το έσωσαν.
Ξερνούσε όταν άρχισε, αλλά σύντομα συνήθισε. Στην αρχή έτρωγε ότι έβρισκε, στους σκουπιδόσακκους υπήρχε άφθονη τροφή, μισοφαγωμένα μπιφτέκια, πατάτες με κέτσαπ, ψωμάκια όλων των ειδών, κόκαλα με κρεάτινα υπολείμματα που του άρεσαν πολύ, τα έγλειφε πρώτα και μετά ρουφούσε τα ζουμιά τους και ποτά όλων των ειδών, τα αναζητούσε σε υπολείμματα πλαστικών ποτηριών του άρεσε να γλύφει μέχρι οργασμού τα χείλινα ίχνη στις άκρες τους, γυναικεία σάλια και κραγιόν.

Με τον καιρό έγινε επιλεκτικός, όπως τώρα, ήθελε καλή τροφή και εδώ διέθεταν τη καλύτερη. Είχε και ένα ακόμη σπουδαίο λόγο.
Δυσκολεύτηκε λίγο να βρει αυτά που ήθελε, έσκισε πολλές σακούλες αλλά τα κατάφερε, δεν ήθελε μισοτελειωμένα ή δαγκωμένα, λερωμένα ας ήταν, με το βρόχινο νερό που λίμναζε δίπλα στους κάδους τα καθάριζε.
Έπρεπε να αλλάξει και ρούχα σκέφθηκε, καθώς έφευγε. Η μαύρη σακούλα στον ώμο τον κούραζε αλλά έπρεπε να επιταχύνει. Ένα ριγέ παντελόνι και μια μπλούζα που ανέσυρε από τα σκουπίδια μιας εργατικής πολυκατοικίας στη επιστροφή του, ταίριαζαν με τη περίσταση.

Απέφευγε τα επικίνδυνα μέρη, και άργησε να φθάσει στη περιοχή του.
Ξημέρωνε όταν μπήκε, κοιμόταν και δεν τη ξύπνησε.
Άφησε τη σακούλα στη γωνιά δίπλα στις στοιβαγμένες εφημερίδες και όπως ήταν κουρασμένος αποκοιμήθηκε αμέσως, ξάπλωσε σε ένα χοντρό χαρτόνι, που το χρησιμοποιούσε σαν χαλί για να προστατεύεται από το κατεστραμμένο ξύλινο πάτωμα.

Ήταν ένα παλιό κτίριο γραφείων πέντε ορόφους ψηλό, χρόνια πριν στέγαζε μια κοινωνική υπηρεσία, η ταμπέλα στην είσοδο υπήρχε ακόμη. Το προτίμησε κυρίως γιατί ήταν δαιδαλώδες, με πολλούς και μικρούς χώρους, ιδανικό για να κρύβεται και εύκολο στη διαφυγή αν χρειαζόταν.
Στο πρώτο όροφο, μακριά από τις σκάλες ήταν το μέρος που βρήκε, μικρό αλλά ασφαλές. Είχε ένα μεγάλο παράθυρο, με λίγα σπασμένα τζάμια που τα έκλεισε με χοντρό χαρτόνι. Του έδινε φως την μέρα, που δεν το χρειαζόταν γιατί συνήθως κοιμόταν, αλλά και διαφυγή αν εμφανιζόταν κίνδυνος. Τρία μέτρα ύψος εύκολα τα πηδούσε για να βρεθεί στη πλακοστρωμένη επιφάνεια της πίσω αυλής.

Ξύπνησε με τον ίδιο τρόπο όπως πάντα, άνοιξε τα μάτια και χωρίς να κινηθεί κοίταξε αριστερά και δεξιά για λίγο, με γρήγορες κινήσεις στη συνέχεια σηκώθηκε. Ήταν αργά μεσημέρι.
Ακόμη κοιμόταν, την είχε βρει λίγο καιρό πριν, στη συνηθισμένη περιπλάνηση για τροφή. Απροσδιόριστης ηλικίας, όχι πολύ μεγάλης, σωριασμένη στην είσοδο ενός σπιτιού. Ήταν νύκτα με δυνατό κρύο αέρα από τη μεριά του λιμανιού, με λίγο φως από ένα φανοστάτη λίγο πιο κάτω. Θα τη προσπερνούσε αν δεν άκουγε τα αναφιλητά της.
Συνήθως απέφευγε τις συναντήσεις, οι άνθρωποι τρόμαζαν όταν τον έβλεπαν αλλά η περιέργεια τον έσπρωξε να την πλησιάσει. Φαινόταν να τα έχει χαμένα, έτρεμε, αδύνατο κορμί ολιγοντυμένο και βρώμικο, μαλλιά μακριά και κουβαριασμένα, εικόνα εγκατάλειψης.
Τον κοίταξε, φάνηκε να τον βλέπει αλλά δεν αντέδρασε. Της μίλησε, με λέξεις κραυγές και χειρονομίες, οι ανάγκες μετάλλαξαν την ομιλία του, και αυτή κατάλαβε ή έδειξε πως κατάλαβε από φόβο.
Τον άφησε να τη βοηθήσει, με πολύ κόπο τη μετέφερε…….

Την κοιτάει τώρα ήσυχη όπως κοιμάται, έχει βάλει κιλά και αναρωτιέται ακόμη μια φορά για τον αλτρουισμό του. Τόσους συνάντησε μέχρι τώρα, συνήθως τους άρπαζε αν είχαν κάτι χρήσιμο ή τους προσπερνούσε αδιάφορα.
Έπρεπε να κάνει γρήγορα. Φόρεσε το ριγωτό παντελόνι, ήταν σκισμένο από τη μια πλευρά και πολύ κοντό, η μπλούζα μύριζε ψαρίλα αλλά του άρεσε, η μυρωδιά δεν τους ενοχλούσε.

Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα μαζί της. Τον σιχαινόταν, σιχαινόταν και το φαγητό που της έδινε, ξερνούσε αδιάκοπα, αλλά σιγά – σιγά άρχισε να τον δέχεται και να τρώει τη τροφή. Πρόσεχε αυτά που της έδινε, τα έπλενε, εξαφάνιζε τις δαγκωματιές, τις μυρωδιές,, είχε βρει ένα καλό τρόπο, με το σάλιο του τα έγλυφε αυτά μαλάκωναν και γινόντουσαν πιο γευστικά και μυρωδάτα.

Είχε ετοιμάσει το γεύμα, ένα χαρτόκουτο από σκληρό χαρτί, ενισχυμένο με κάθετα και οριζόντια ξύλα το τραπέζι.
Αυτή μόλις είχε ξυπνήσει, τον κοίταξε με απορία, συνήθως τέτοια ώρα ακόμη κοιμόταν. Δεν της είπε τίποτα, την έπιασε από το χέρι, τη σήκωσε και την οδήγησε στη τροφή, η αφορμή για τη αναζήτηση στην άλλη πλευρά της πόλης.
Ήθελε να την ευχαριστήσει για πολλά και αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος.
Η βροχή συνέχιζε όλο και πιο δυνατή, σχεδόν είχε σκοτεινιάσει, ο δυνατός αέρας έκανε το κτίριο να θορυβεί, σαν να παραμιλούσε, θρηνώντας τη μοίρα του και στο δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν μαγική.
Κρατούσε στα χέρια της το καπέλο και το δαχτυλίδι. Τα φόρεσε ήταν τα δώρα του, το καπέλο το βρήκε σε μια σακούλα με αγαπημένα πεθαμένης γριάς ίσως, παλαιομοδίτικο, αλλά της πήγαινε και το δαχτυλίδι το άρπαξε από ένα πρεζόνι που δεν αντέδρασε, με
το χάρο συνομιλούσε.

Δεν μιλούσε, τι να της έλεγε άλλωστε, μόνο τη κοιτούσε. Οι καρέκλες τους έτριζαν σε κάθε κίνηση, καθώς γευόντουσαν τη τροφή με κραυγές ευχαρίστησης. Πεινούσαν, ήταν εκλεκτή τροφή, μισοφαγωμένη από πλούσια στόματα, αλλά φρέσκια και χορταστική.
Μια από τις επόμενες μέρες θα πρέπει να τη πάρει μαζί του, σκέφθηκε, να μάθει να επιβιώνει.
Σηκώθηκαν από το τραπέζι , είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, πλησίασαν το παράθυρο. Επιτέλους η βροχή είχε σταματήσει, το φεγγάρι από μια χαραματιά του ουρανού φώτισε τη νύκτα και έκανε αμυδρά τα πράγματα στο δωμάτιο.
Της έπιασε το χέρι διστακτικά, εκείνη ξαφνιάστηκε, αλλά το έσφιξε.
Η ησυχία τους βοηθούσε να ακούσουν τις ψυχές τους, ψυχές ματωμένες, παραμορφωμένες, διστακτικές.
Από τα αριστερά του στο πάτωμα ένας θόρυβος συρτός όλο και μεγάλωνε. Μία γρήγορη κίνηση με το πόδι και το θορυβώδες σπάσιμο το τέλος για τη ζωή.

Της πρόσφερε τη ζωντανή τροφή και αυτή την δέχθηκε. Λίγες μέρες πριν τη δοκίμασε και της άρεσε. Τη ρούφηξε με απόλαυση και κατάπιε με ευχαρίστηση τα υπολείμματα.
Του έσφιξε το χέρι, το ήθελε, τον εκτιμούσε,
το φεγγάρι είχε και πάλι κρυφτεί και το σκοτάδι έσβησε τα ίχνη.

Και η ζωή συνεχίστηκε,
με τους ίδιους όρους που πάντοτε νομοτελειακά βάζει,
αυτούς της επιβίωσης με τον οποιονδήποτε τρόπο και μέσο.


AlexMil Ιούλιος 2009


Επόμενες παράξενες ιστορίες:
- Η ώθηση που σκοτώνει
- Ο καπνιστής

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Το νέο μου Blog

Μια μικρή βελτίωση με ένα free template που το προσάρμοσα και μια αρχική image για να σας τρομάζω. Σε επόμενους καιρούς θα ανεβάσω και το animation με λάμψεις και αστραπές.

"Εζησε με πάθος και έφυγε για να ξανάρθει"


Με αγάπη
AlexMil

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

3d Animation - παράδοση & τεχνολογία


Επαγγελματικά αλλά και για χόμπυ ασχολούμαι πέραν των άλλων και με τη δημιουργία μικρής διάρκειας τρισδιάστατων animation που είτε ζουν αυτοτελώς είτε ενσωματώνονται σε μεγαλύτερα project.
Δημιουργούνται ψηφιακά με τη χρήση διαφόρων προγραμμάτων και πολλών ωρών δουλειάς.
Το επόμενο animation διάρκειας 15 sec, με ήχο, δείχνει την αντίθεση αλλά και την συνύπαρξη παράδοσης και τεχνολογίας και το δημιούργησα για τις ανάγκες ενός μεγαλύτερου project. Όλα βέβαια είναι ψηφιακά.

Κλικ και εδώ για να το δείτε στο YouTube

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Στον ουρανό αν με τα χέρια ανεβείς (Οι εξετάσεις)


Όταν ο χρόνος μετρά μόνο για μένα,
τότε κάτι συμβαίνει,
όταν μέσα στους ήχους της ζωής,
η σιωπή με κυριεύει
και μόνο οι κτύποι της καρδιάς τα σωθικά μου τραντάζουν,
τότε προχωρώ,
από γωνιά σε γωνιά ακροβολώ
και το στόχο μου πλησιάζω.

Απειλητικά κτίσματα,
φιγούρες απόκοσμες
ενός παρατημένου κόσμου,
στο δρόμο μου παίρνουν μορφή,
σκοτεινά, χρονοφαγωμένα,
με απόβλητα λουσμένα,
που πάνω τους,
παράσιτα,
πλάσματα αριθμόμορφα,
με τα χέρια σέρνονται,
παρανοϊκές αποβολές με μορφές δυσμορφικές.

Σαν με αόρατα εντερικά δεσμά να μ’ έχουνε πιασμένο,
με τρομοκρατούν,
θαρρώ πως της καρδιάς μου τους κτύπους,
σε στολής βηματισμούς ακολουθούν,
να τρέμω με κάνουν,
να μ' εμποδίσουν προσπαθούν,
στο φόντο της ψυχής μου να βρεθώ,
στο βάθος του δρόμου,
στο προβολικό αστρόφως,
το εστιασμένο σε πλήθος ανθρώπων.

Ο χρόνος είμαι εγώ,
οι νευρώνες της σκέψης
και των λοβών η ενόραση,
με τις διόπτρες του θάρρους
ανθρώπινα όντα ιχνηλατούν.
Με προσπερνούν,
έχουν σκιτσαρισμένη θλίψη
και σώματα που σπινθηρίζουν,
άφτεροι άγγελοι της αθωότητας,
που στο βάθος χάνονται,
σε φόντο με εκκρίματα χρωματιστά.

Όταν η θύελλα του φανταστικού κοπάζει,
και ο εφιάλτης στα δερματικά διαλύεται υγρά,
από την άλλη πλευρά στριφογυρνώ,
και στη στιγμή,
στις φωτεινές γραμμές του βάθους μεταφέρομαι,
στο αστρόφως,
στ
ων ανθρώπων το νεανικό πλήθος,
γύρω από των αποτελεσμάτων το βωμό.

Απειλητικό το παρόν και απέραντο,
κριτής και εκτελεστής του χρόνου,
σαν τις τραγωδίες των αρχαίων καιρών,
τα δευτερόλεπτα παγώνει,
τις αναπνοές κάνει ορατές,
τις κινήσεις επιβραδύνει,
τους ήχους σταματά,
και τα νεανικά κορμιά στριμώχνει,
στους πίνακες των βαθμολογιών.

Μάσκες τα πρόσωπα,
με τραβηγμένους μύες,
και μάτια που το μυαλό έχουν ρουφήξει,
στου παραδείσου τις πόρτες εστιάζουν,
στους βαθμούς,
και ο χρόνος,
φυλακισμένος από την αγωνία των παιδιών σιωπά,
της χαράς τα αναφωνητά
και της απαγοήτευσης τα αναφιλητά,
την ιστορία του ανθρώπου σε μια στιγμή διαγράφουν,
ο Ιανός της ανθρώπινης φύσης,
διθύραμβος αλλά και εκατόμβη.

Η θλίψη καταπέλτης,
τα μυαλά με τα κορμιά,
στους αριθμόμορφους εφιάλτες εκσφενδονίζει,
εύκολα θύματα σκοπών,
της τίμιας εξουσίας,
με όνειρα πακεταρισμένα,
χωρίς αποστολέα και παραλήπτη,
και από την άλλη, η χαρά
τον ωκεανό της αγωνίας ηρεμεί,
τους νικητές των αριθμών,
τροπαιοφόρους,
στο κόκκινο διάδρομο τους οδηγεί,
και με σαλπιγκτές στις δυο πλευρές
στον ουρανό με εμβατήρια τους ανεβάζει.

Σε μια στιγμή μεσ’ στο σκοτάδι,
του φανταστικού η πραγματικότητα,
με κάνει και ξυπνώ,
η αγωνία της ψυχής
που με ανάγκασε στον ουρανό με τα χέρια ν’ ανεβώ
και τους εφιαλτικούς κόσμους,
με φαντασία παρανοικού αρχιτέκτονα να δημιουργώ,
παίρνει τη πραγματική μορφή της,
…..

είναι η μέρα που τα παιδιά,
στο πίνακα των βαθμολογιών,
τη ψυχή τους για λίγες στιγμές θα χάσουν
και όλοι εμείς,
που παρατηρητές τους είμαστε
από το μυστηριώδες πλοίο της ζωής,
να μη ξεχνάμε,
νικητές είναι αυτοί που το φανταστικό αληθινό το κάνουν,
το μόνο που τη χαρά και τη πίκρα ισορροπεί.

AlexMil

Οι φόβοι, τα συναισθήματα, τη προηγούμενη μέρα της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων για τις πανελλήνιες, όπου η κόρη μου ήταν υποψήφια. Πήγε πολύ καλά και μπαίνει στη Αρχαιολογία στη Θεσσαλονίκη με 18.480 μονάδες



Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Φόρος τιμής


Ταξιδεύω για να προλάβω την ηχώ της ζωής μου,
με μια σφαίρα φωτεινή,
το δικαίωμα της φυγής,
της ψυχής μου η απέλπιδα προβολή,
γι αυτούς που δεν μπόρεσα να βοηθήσω.

Κυνηγημένος από της νόησης τους δαίμονες,
να ξεφύγω προσπαθώ,
προσπερνώ τους δρόμους μιας χρήσης
και σε υπόγειες γαλαρίες εισχωρώ,
από σώματα αδικημένων φτιαγμένες,
πρόσωπα αμέτρητα,
που σαν ένα μπροστά μου προβάλλουν,
μορφές διαβόλου,
που στων θεών την αδικία,
μόνο έτσι να εμφανιστούν θέλουν.

Ώρες πιο πριν,
οι κραυγές τους, απέραντος πόνος,
το μυαλό μου το μάτωσαν,
άνθρωποι στα συντρίμμια της μοίρας,
μάτια απόκοσμα της ικεσίας του φόβου αντίκρισα,
τα διαμελισμένα σώματα να συγκρατήσω
και το αίμα να σταματήσω προσπάθησα,
με μανία αρχέγονη, ανθρώπινη τιμή,
μαζί με άλλους, πολλούς,
της δικιάς μας φυλής,
των ανθρώπων.

Δεν τα καταφέραμε…
η σιωπή σαν της αρχής του κόσμου ο θόρυβος,
όλα τα κάλυψε,
η θλίψη, υγρή, απέραντη,
στου χρόνου την παγίδα κατακάθισε,
ίζημα εγκατάλειψης,
που τις ψυχές μας για πάντα διάβρωσε,
ένα παραμύθι ζωής,
παράνοια έγινε.

Τώρα,
φαντάζομαι ή βλέπω,
μέσα από των ματιών μου το πόνο,
μάγους με σάβανα,
συντεταγμένους στου δρόμου τις πλευρές,
αστέρια στα χέρια να κρατούν,
και τις σαστισμένες αιωρούμενες ψυχές,
να καθοδηγούν,
στης πίστης τη κόλαση ή το παράδεισο.

Συνεχίζω το ταξίδι της φυγής,
φοβάμαι,
απελπισμένος γι αυτά που έγιναν,
γι αυτά που θα μπορούσαν να μη γίνουν,
ψάχνω να βρω μήπως κάτι και χρωστώ
σ’ αυτόν που πρέπει να πιστεύω,
μήπως με νέο φιλοδώρημα
της ψυχής μου το πόνο μειώσω.

Ας είναι,
φόρος τιμής οι στίχοι μου ας γίνουν,
στις άγνωστες ψυχές,
στις πρώτες της αιωνιότητας στιγμές τους,

φόρος τιμής και σ’ αυτούς των τραγικών στιγμών
που με αυταπάρνηση έτρεξαν να βοηθήσουν..


Αφιερωμένο στα άγνωστα θύματα του θανατηφόρου δυστυχήματος,
αυτόπτης μάρτυς του οποίου ήμουν, λίγες μέρες πριν.


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Παράξενη συνάντηση - Το θεώρημα


Σε είδα και ο χρόνος μου σταμάτησε.

Όλα σε αργή κίνηση γύρω σου θαμπά στριφογυρνούσαν
και εγώ μαζί τους,
σε κόσμο διαφορετικό σαν να βρισκόσουν,
σαν το σύμπαν για σένα άγνωστη,
τη προσοχή μου να ζητούσε.
Eτσι φαινόταν,
ίσως ο διαχειριστής των επιθυμιών,
της ψυχής μου ο διάβολος,
το χρόνο να συγχρόνισε
και στο κόσμο μου να έφερε την ομορφιά σου.

Πήρα το άτι της αναδρομής
και για μια στιγμή στο παρελθόν επήγα,
ήξερα που θα σε βρω,
στις ερήμους της ζωής μου,
εκεί που οι άνεμοι του χρόνου,
κτίσματα των ονείρων μου σμιλεύουν,
και μέσα από αψίδες,
την εικόνα σου στων άστρων το στερέωμα προβάλλουν.

Με κοίταξες,
φαινόταν να μη με βλέπεις,
σε κοίταξα,
και τη μορφή σου από τα βάθη της ψυχής μου ανέσυρα,
αμυδρά σε αναγνώρισα,
αστροφεγγιά στα μάτια σου η θλίψη,
του προσώπου οι γραμμές,
ευγενικά από το χρόνο χαραγμένες,

στο χρώμα των σταχιών το χρώμα σου,
από τεχνίτες της ζωής που σμίξανε,
της βροχής τη γλυκιά σκιά

με αυτή του φεγγαριού της μέρας,
με τα μαλλιά σε περιδίνησης σχηματισμούς
που τη σιωπή του σώματος ακολουθούσαν.

Πως βρέθηκες εδώ,
σε αναζητούσα στις διαστάσεις της ζωής
πίσω από τις ακμές των στερεών,
στις διάφανες των συναισθημάτων καμπύλες,
γλίστρησα στους πάγους πολλές φορές,
άλλες, στις φωτιές καιγόμουν,
σε πλησίαζα αλλά εσύ χανόσουν,
σε επιφάνειες γυαλιστερές γλιστρούσες,
σε ανισότροπη ανταύγεια
μεταμορφωνόσουν.

Φαίνεται πως η αλχημεία του μυαλού
στο κάστρο των ονείρων μου,
στο πιο ψηλό και σκοτεινό του δώμα,
έξω από το χρόνο με στείλε,
το χώρο και το χρόνο λύγισε,
για μια στιγμή και σε φέρε κοντά μου,
ονειρικό χρόνο μου δώσε
μύστης της ομορφιάς σου για να γίνω.

Όμως, μήπως δεν είμαι εγώ που σε αναζητώ,
μήπως στην άλλη μεριά μπορεί να είμαι,
αυτή των εφήμερων ζωών,
που η επιθυμία μου τις κάνει και ανασαίνουν;
Μήπως στα όρια του πραγματικού, οι δρόμοι
της ζωής μου σταματάνε,
μήπως εσύ σε ο παρατηρητής και εγώ των επιθυμιών σου
το σχήμα;

Ξέρεις, πολλές φορές στο βάθος διακρίνω
όταν οι σκέψεις της ζωής ισορροπούν στο χείλος,
σκιές της μιας στιγμής,
μορφές της μιας πνοής,
σαν ακτίνες μιας φωτεινής μαύρης ριπής,
μηνύματα, αγνώριστα, κύλα οπτικής,
που δεν καλούν, αλλά αγναντεύουν,
δήθεν ανθρώπινες μορφές
σε ανθρωπόμορφες σκιές.

Και αν όλα αυτά αληθινά είναι,
τότε το παράξενο,
ένα βήμα πριν τη σιωπή,
το ασυνήθιστο εμφανίζει,
παιγνίδι ποιος ξέρει ποιανού παρατηρητή,
και φοβάμαι,
γιατί πως γίνεται τόσο να σε επιθυμώ,
και σε μια στιγμή να σε ξεχνώ,
μήπως οι επιθυμίες της ψυχής,
παιγνίδια κάποιας τιμής είναι,
και πίσω από της μνήμης τη σιγή,
ψυχών κώδικες να μην υπάρχουν;

Γι’ αυτό πολλές φορές τολμώ
στα όρια του ανεστραμμένο κόσμου να πετώ,
να τον ξεπεράσω δεν μπορώ,
όμως μπορώ να τρέχω, να σε αναζητώ,
στους τόπους και τους χρόνους,
και μέσα στης ιστορίας τις στιγμές
να ζω, να σ’ αγαπώ,
ελπίζοντας κάποια στιγμή,
της μοίρας τα σύννεφα να ‘νοίξουν,
και οι γραμμές οι αρχέγονες που όλα τα ενώνουν,
να σε ξαναβρώ να με οδηγήσουν.

Τώρα, στην άκρη του γκρεμού
στη σπηλιά με το γυάλινο θόλο
εκεί στο μακρινό πλανήτη της ψυχής,
ζω με της νοσταλγίας το λυκόφως
τη μορφή σου σε αρχαίους πάπυρους αναζητώ,
μήπως και σε αναγνωρίσω,
ξέρω πως ζήσαμε μαζί,
κάπου στης Μεσογείου τις ακτές
σε κάποιου ηφαιστείου τις πλαγιές,
δεν αμφιβάλλω,
το θεώρημα απλά να αποδείξω προσπαθώ,
η αγάπη,
της αιωνιότητας η αφορμή είναι,

γι’ αυτό και πάλι τρέχω,
πίσω από της φαντασίας τις σκιές,
σε αναζητώ αγαπημένη ψυχή,
ξέρω πως θα σε ξαναβρώ
όπως αιώνες τώρα κάνω.


H αφορμή για τους στοίχους


AlexMil Ιούνιος 2009



Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Παράξενη συνάντηση

Ήταν γύρω στο 40, μέσο ύψος, σώμα χωρίς περιττό βάρος, δέρμα ελάχιστα σκούρο, μαλλιά μαύρα μακριά, αχτένιστα, κάπως φουντωτά και το πρόσωπο σκαμμένο από πολλές και λεπτές ρυτίδες, που δεν φαινόντουσαν να είναι του χρόνου, αλλά κάποιου βάρους ίσως, της ψυχής, της ζωής,
……. που παρόλα αυτά ήταν πανέμορφο.

Τη συνάντησα φεύγοντας από το στούντιο για φαγητό. Στεκόταν στην άκρη του δρόμου, φαινόταν να αμφιταλαντεύεται για κάτι, είχε μια έντονη ανησυχία, σαν απομίμηση σε γυάλινο θόλο που επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις.

Αυτό που με ‘κανε να την προσέξω περισσότερο, ήταν πως δεν κουβαλούσε κάτι, μια τσάντα, ένα πορτοφόλι. Δεν φαινόταν πάντως για εγκαταλειμμένη, φτωχό ντύσιμο, παλιό τζιν, μπορντό μακό μπλούζα με σημάδια φθοράς, παπούτσια άλλης εποχής, αλλά έδινε την εντύπωση μιας φροντίδας από άλλους.

Δύσκολα μπορώ να εκφράσω με λόγια την ομορφιά της, φανταστείτε φίλοι μου, μια Αιγύπτια στις εποχές των Φαραώ, μια Μεξικανή στο στρατό του Πάντσο Βίλα , μια Ιταλίδα σε ορεινό χωριό της Σικελίας και θα πλησιάσετε την εικόνα της.

Μια αρχαϊκή ομορφιά, έξω από το κάδρο της πραγματικότητας.

Mια παράξενη συνάντηση, ένα σκηνικό περισσότερο σουρεαλιστικό παρά πραγματικό. Σαν από άλλο κόσμο, μιας παράλληλης διάστασης, που μια χωρο χρονική ανωμαλία, την εμφάνισε για λίγο στο κόσμο μας.
Σαν να μας κοιτούσε από την άλλη πλευρά με μια αόρατη επιφάνεια να μας χωριζει.

Και το πιο περίεργο, μου θύμιζε μια γυναίκα που γνώρισα, σαν να ήταν χρόνια μετά. Μήπως λοιπόν ήταν όλα μια προβολή της ψυχής μου, μια προσφορά της για να με διασκεδάσει;
Δεν ξέρω, υπήρξε πάντως, φανταστική ή πραγματική δεν έχει και τόσο σημασία.

Συνέχισα το δρόμο μου, σκεπτόμενος στην επιστροφή μου, εφόσον είναι ακόμη εκεί να τη μιλήσω και αν θέλει και μπορώ να τη βοηθήσω.
Θα μου πείτε γιατί δεν το έκανα εκείνη τη στιγμή. Δεν ξέρω, είχα την αίσθηση ότι θα την εύρισκα στην επιστροφή.

Τι αλτρουισμός έ; Θα δάκρυζαν και οι ανταγωνιστές μου ακόμη.

Όμως στην επιστροφή τη ξέχασα εντελώς, το πιστεύετε;
Μια συνάντηση τόσο παράξενη, να την αγνοήσω μετά από λίγο. Άρχισα να αμφιβάλλω, πρόωρη μαλάκυνση σκέφθηκα, το παθαίνουν όμορφοι σαν εμένα.

Όμως δεν τα παράτησα, φανταστείτε με να τρέχω, - δεν ξέρετε και την εμφάνισή μου, ένα και εβδομήντα περίπου, γύρω στα πενήντα χρόνια, ογδόντα κιλά, μακρύ καστανό - ξανθο μαλλί, σκουλαρίκι (όχι στη μύτη), μουσάκι μικρό, αρκετά μακρύ, σαν Αρμένιος έμπορας ή Κινέζος καρατέκα, ανάλογα με τη σινέ κουλτούρα σας – μια αστεία κατάσταση.
Έτρεξα λοιπόν για να τη βρω, αλλά είχε χαθεί.

Έψαχνα τις επόμενες μέρες, είχα φορέσει και το “θλιμμένος– μεσήλικος – ροκάς” στιλάκι μου, μαύρα ρούχα, δεμένα σε κότσο μαλλιά, κινητό αφής τελευταίας τεχνολογίας, αλλά ο Μπακούνιν και πάλι δεν με βοήθησε, δεν μπόρεσα να τη βρω.

Και τα παράτησα, ικανοποιημένος, - όταν δεν κάνω κάτι ουσιαστικό πάντα μένω ικανοποιημένος - γιατί προσπάθησα.

Συνεχίζω δε να τη σκέπτομαι μέχρι σήμερα.
θα μου πείτε, μια συνάντηση στο δρόμο ήταν, ναι, αλλά παράξενη, εξωπραγματική, σχεδόν απόκοσμη, που σπάνια τυχαίνει στη ζωή μας.

Στο επόμενο post θα ανεβάσω στοίχους για όλα τα παραπάνω.

AlexMil


Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Οβελίσκος της ζωής


Πόσο σ’ αγαπώ ακόμη
,
Λένε πως ο χρόνος είναι γιατρικό
μα φαίνεται πως δεν αγάπησαν ποτέ τους.
Η νοσταλγία σου δάκρυα της ψυχής μου,
η απουσία σου χάσιμο της προοπτικής μου,
η προσμονή σου, ελπίδα μου αγαπημένη.

Πόσο σε σκέπτομαι,
έφυγες, όπως ξαφνικά στη ζωή μου ήρθες,
σαν του χρόνου τη στιγμή,
μα πρόλαβα,
τα ίχνη της μορφής σου στα αστέρια να αποτυπώσω,
πρόλαβα στης ψυχής μου το καμβά,
με τρελαμένες πινελιές
το χρόνο μας να ζωγραφίσω.

Πόσο μου λείπεις,
ο χρόνος μου την απουσία σου μετράει,
με τους ήχους της σιωπής η μοναξιά μου,
με μνήμες της στοργής η θλίψη μου,
με τα μάτια της ψυχής μου ο χρόνος μας.

Πόσο υποφέρω,
ψηλαφώ τη πίκρα μου και πονώ,

πονούσα πριν σε γνωρίσω,
και όταν σε βρήκα στο μηδέν, εκεί έμεινα,
στη μοναξιά της προσμονής,
για μια δόση στοργής,
προπληρωμένης με της ψυχής μου την υποταγή.

Πόσο λυπάμαι,
για τα όνειρα που χάθηκαν
στο κόσμο που ξανασχεδίασα για σένα,
για τις στιγμές μας, που στη μνήμη μου τρεμοσβήνουν,
λίγο πριν του γαλαξία η σκόνη,
παντοτινά σκεπάσει,
πόσο λυπάμαι γι’ αυτά που δεν ειπώθηκαν,
περιττά έγιναν με υποτίμησης δόσεις.

Πόσο αγωνιώ για σένα,
δεν το ξέρεις, δεν το φαντάζεσαι,
έτσι είναι η αγάπη,
οβελίσκος της ζωής,
με μυστικά που δεν πρόκειται πότε να αποκαλύψει
και στο χρόνο που περνά
τη μνήμη σου σε ασπρόμαυρα καρέ τοποθετώ
την απουσία σου γεωμετρώ
γιατί δεν θέλω να σταματήσεις να υπάρχεις.

Τώρα,
στο κόσμο των ματωμένων φεγγαριών,
στη πόλη των ψιθύρων της φθοράς,
μέσα σε στοές μεσαιωνικές
στους άλλους την εικόνα σου ψάχνω,
ξέρω πως δεν πρόκειται ποτέ μου να τη βρω,
όμως θα σε αναζητώ,
είναι το μόνο που μένει,
μέχρι της σκιάς τα πλάσματα από τη πλευρά τους με πάρουν.

Μάιος 2009 Alex Mil


Μια γυναίκα μέσης ηλικίας περπατά κουρασμένα στο χωματόδρομο,
ένας ήλιος απελπιστικά δυνατός, κίτρινος, θαμπός από την αιωρούμενη σκόνη του Νοτιά,
σπαρτά κι απ’ τις δυο πλευρές έτοιμα για θερισμό, σε χρυσαφένιους κυματισμούς,
ήχοι που δεν ενοχλούν, το ελαφρύ θρόισμα των γήινων καρπών, ανακατεμένο με τον αργόσυρτο ήχο της ρόδας ενός εγκαταλελειμμένου ποδηλάτου,
και στο βάθος ένα δένδρο με πορτοκαλί απόχρωση, γέρικο, μοναχικό, όρθιο ακόμη, αξιοπρεπές.
Η γυναίκα το πλησιάζει, ακουμπά στο κορμό του, κάθεται.
Η καρδιά της κτυπά δυνατά, ο ιδρώτας ανακατεμένος με τη σκόνη σχηματίζει ανεπαίσθητες γραμμές στο δέρμα της, σαν ρυτίδες σμιλευμένες από χαρισματικό τεχνίτη του χρόνου.
Τα μάτια της θολά, κοιτούν αλλά δεν βλέπουν, το μυαλό σκέπτεται με θλίψη,
μόλις πριν από λίγο κατέβηκε στη διασταύρωση.
Δεν είχε προορισμό, είχε χάσει την αρχή, μετά την διαδρομή, και τώρα αναζητούσε το μήνυμα της συνέχειας.

Ανόητε, δεν κατάλαβες τίποτε, μονολόγησε,

Κρατούσε ένα χαρτί με στοίχους γραμμένο,
το τσαλάκωσε νευρικά,
το κράτησε για λίγο σφικτά με τα ιδρωμένα της χέρια,
το πλησίασε στο πρόσωπο, το οσμίστηκε, το φίλησε
και μετά με δύναμη το πέταξε προς το σπαρμένο χωράφι.

Μάιος 2039


Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Το αστρόπλοιο της μοναξιάς


Σκοτεινά παράθυρα και από μέσα φιγούρες λευκές, αυτόφωτες
να κινούνται αργά,
μαριονέτες, στο θέατρο ποιος ξέρει ποιας ζωής,
να κοιτούν αλλά να μη βλέπουν,
άνθρωποι, στου χρόνου τις μοναχικές φυλακές
σύντροφοι της αναμονής με προορισμό το πουθενά.

Είναι οι άλλοι, εσείς, εγώ, στη διάσταση του φόβου,
της αρχής και του τέλους,
αναλώσιμα φυσικής επιλογής,
μιας αλήθειας που τρομοκρατεί,
που δημιουργεί, θεούς, δαίμονες, αγίους, προσευχές.

Στην άλλη πλευρά, στο σκοτάδι του λευκού
η συνείδηση των πραγμάτων, των καθημερινών,
τα όμορφα και αγαπημένα της ψυχής
οι μνήμες των αισθημάτων και των αισθήσεων,
όλα,
νοσταλγικά καρέ του έργου της ζωής,
προβολές μοναξιάς στο σινέ του πεπρωμένου.

Και η ελπίδα, σαν καθεδρικού ναού επιγραφή,
την ασφάλεια υπόσχεται,
τη πίστη στη κόλαση και το παράδεισο προσφέρει,
με ύμνους ικετεύει / τι ταπείνωση αλήθεια,
και ανταλλαγή ζητά, με της συγχώρεσης τα κέρματα.

Το χθες, το τώρα, το αύριο, μαχαίρια στη καρδιά γίνονται
και η ελπίδα,
μέσα από τις ανεκπλήρωτες των εκπροσώπων υποσχέσεις,
τη μοναξιά γεννά.
Με το χρονομέτρη των στιγμών,
τους ήχους της ζωής υπόκωφους τους κάνει
και μετρά και ξαναμετρά το χρόνο που απομένει.

Αλλά στο κάστρο της ζωής,
του πεπρωμένου η λατρεία δεν είναι υποχρεωτική.
Της ψυχής η δύναμη και η γνώση,
μπορεί τη μοναξιά,
στο πέτρινο δώμα της αναμονής να ξαποστείλει,
το πέρασμα του χρόνου,
με τη μαγεία της συνείδησης να περιφρονήσει,
και το πάθος,
με τη δύναμη των συναισθημάτων να απαιτήσει.

Και εσύ άνθρωπε που είσαι μόνος
όχι γιατί το θέλησες εσύ αλλά κάποιοι άλλοι
άνθρωποι ή θεοί δεν έχει σημασία,
που τη ζωή από κάποια στιγμή ως προθάλαμο αναμονής βιώνεις
σκέψου πως και οι άλλοι σαν εσένα είναι,
και ακόμη χειρότερα,
αν θύματα της βίας των δυνατών “πιστεύω” είναι.

Γέλα λοιπόν,
τρέξε στους χωματόδρομους με τα χρυσαφένια αλώνια
άσε τον άνεμο, το σώμα σου να σμιλεύσει
άκου τους ήχους της θάλασσας ταξίδια μακρινά να διηγούνται
ζήσε με πάθος και ρυθμό του χρόνου τις στιγμές,
ακόμη και αν πονάς,
γίνε παλιάτσος της αναξιοπρέπειας
πέταξε το πέπλο της υποταγής
και της τιμωρίας το φόβο,

γιατί ξέρεις κάτι, θα σου πω το μυστικό,
τα μόνο που χρειάζεσαι είναι να αμφιβάλεις και
με πάθος να ερωτεύεσαι,
για να μπορείς στο χρόνο να ταξιδεύεις
και τη μοναξιά στη σελήνης τη σκοτεινή πλευρά να κρύβεις.
Μπορεί να πονάς,
αλλά τουλάχιστον δεν θα σταματήσεις να ονειρεύεσαι.

Και ο χρόνος που περνά,
το κόσμο σου όλο και πιο ξένο θα κάνει
και εκεί στο τέλος της ζωής πριν τη πόρτα ανοίξεις,
μη φοβάσαι, το τίποτα πόνο δεν προξενεί
αλλά και την ελπίδα σου μη σκοτώσεις,
δεν έχεις κάτι να χάσεις,
μπορεί αυτούς που τόσο αγάπησες και αγαπάς εκεί να συναντήσεις.

Γιατί αν η ζωή δεν είναι με συνείδηση απάτη
τότε η μοναξιά της ψυχής μπορεί να είναι το αστρόπλοιο της παντοτινής αγάπης.


Απρίλιος 2009

AlexMil

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Η υπαρξιακή μοναξιά


Ο άνθρωπος στη πραγματικότητα είναι μόνος στη ζωή του.

Όπως και να το κάνουμε όλα είναι προσωπική υπόθεση, η γέννηση, ο θάνατος.
Ευτυχώς όμως γιατί η ζωή μας θα ήταν κόλαση, τη αλήθεια αυτή τη καταχωνιάζουμε στα εσώψυχά μας, τη παραπλανάμε, τη μεταπράτουμε σε διάφορες μεταφυσικές αλήθειες.

Να όμως που υπάρχουν στιγμές που η μοναξιά κάνει την εμφάνιση της, άνθρωποι τριγύρω μας και εμείς να αισθανόμαστε έξω απ’ όλα, μόνοι, μετέωροι, αβοήθητοι, χωρίς σκοπό και προορισμό.
Το βάρος της υπαρξιακής μοίρας, γίνεται αισθητό, σαν μια επώδυνη φάρσα της ζωής, συχνά σε μέρες γιορτής και χαράς των ανθρώπων.

Και δεν μιλώ για τη φυσική ατομική μοναξιά αλλά κυρίως αυτή της ψυχής.

Πόσοι από εμάς δεν έχουν αισθανθεί τη πίκρα , την απελπισία, τις παραμορφώσεις που δημιουργεί, αλλά και τις αλήθειες που ξεκαθαρίζει.

Για τη υπαρξιακή μοναξιά, τα αισθήματα που δημιουργεί, το πόνο για τα αγαπημένα, θα περιγράψω με στίχους στο επόμενο post

AlexMil

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Αγάπης εξουσία


Προχωράω με δυσκολία,
η μάσκα της απελπισίας που φορώ,
φτιαγμένη από πλαστικό μεταλλαγμένο με της ψυχής μου τις ίνες,
μου τη ‘δωσαν στη πύλη της πόλης της πληρωμής,
της πόλης με το ματωμένο ήλιο,
γελωτοποιοί, καθώς πρέπει εκπρόσωποι της δημόσιας τιμωρίας,
για να μη μπορώ μου ‘παν,
τις αναμνήσεις μου να σβήσω με της λήθης τη σκόνη
,
που άνεμοι τυμβωρύχοι μεταφέρουν από τόπους αυτόχειρων ψυχών.

Η μνήμη
Στον ατέλειωτο δρόμο της υποταγής,
σύριγγες απόβλητων υγρών,
εξαρτήματα φοβο- μηχανισμών,
της κεντρικής επιτροπής σκέψης και συναισθημάτων
με ακολουθούσαν,
και με φιδίσιους προσπαθούσαν ελιγμούς,
στο κορμί μου το πόνο χαμένων ονειρεμάτων να διοχετεύσουν.
Δεν ήθελαν να ξεχάσω, το μπορούσαν, το πετύχαιναν,
τη ψυχή μου φυλάκιζαν σε υπονόμους με αγαπημένες προβολές,
και με ήχους rock and roll το σώμα μου διαμέλιζαν.

Σουρεαλιστική εκδοχή του πόνου της σιωπής
μάτια να κατρακυλούν, από τις κόγχες να έχουν δραπετεύσει.,
νευρώνες του μυαλού τα πόδια να ‘χουν μπλέξει,
τα σωθικά, πλοκάμια αρπακτικού, να έχουν ξεφύγει από του σώματος τη φυλακή
και τη καρδιά να κυνηγούν, το αίμα της για να δωρίσουν,
ήταν η πληρωμή,
για να μπορεί η μνήμη για ακόμη μια στιγμή τη ψυχή μου να βασανίζει.

Ο φόβος
Ήταν τότε που ο φόβος με είχε φυλακίσει.
Στο κάστρο της ζωής, στις τρύπες της ανυπαρξίας την ύπαρξή μου πέταξα,
την έδωσα για πληρωμή στης αλαζονείας τη κόρη,
για να μπορώ / μόνο να μπορώ άνθρωποι
μαζί της για λίγο κάθε τόσο να υπάρχω.

Πως μια ψυχή μπορεί να βυθίζεται στους ήχους της σιωπής;
πως μπορεί λεπίδες προσβολής κομμάτια να τη κάνουν,
σκορπίζοντας τα εδώ και κει στο δάπεδο της ανυποληψίας
και αυτή να επιμένει,
ηττημένη και ταπεινωμένη να επαιτεί,
ένα χάδι, τη γλυκιά ματιά της;

Φαίνεται, μεσαιωνικά φρικιά,
κάποτε της ψυχής μου τη πνοή από τη σύντροφο αγκαλιά άρπαξαν,
και σε μεταπρατικά πιθάρια τη φυλάκισαν,
για να τη δίνουν όποτε ο χρόνος το ζητά,
στο νέο κάθε φορά κορμί μου.
Κι αυτή, αλαφιασμένη,
πάνω στις πολεμίστρες του κάστρου της ζωής, να τρέχει, να αναζητά
και παραπλανημένη τις περισσότερες φορές,
να υπομένει της πίστης την απατηλή αλήθεια.
Φοβισμένη ψυχή,
ήχοι του χρόνου σε παρέσυραν να ανασηκώνεις τα λάβαρα της υποταγής,
στο φόβο της απώλειας , στην εξουσία μιας ψευτο ηθικής

Η προσπάθεια
Η ιστορία της ζωής, πολλές φορές τιποτένια καταντά,
ο φόβος, ανθρώπους της σκιάς μας κάνει,
αλλά δεν γίνεται αλλιώς,
τα τρομαγμένα ουρλιαχτά, τα πονεμένα δάκρυα,
που αυλακώνουν τη ψυχή και το σώμα ρυτιδιάζουν ,
κάποια στιγμή σταματούν,
η ανθρωπιά, το υπέροχο δώρο της ζωής
εκεί στην έρημο του ματωμένου ήλιου,
τη μνήμη είναι υποχρεωμένη να νικήσει.

Ακολούθησα τα ίχνη,
τροπαιοφόροι προστάτες των ταπεινών,
το φόβο να σβήσουν προσπάθησαν,
τη μάσκα μου έβγαλαν και της λήθης τη σκόνη ανέπνευσα,
τον ήλιο οδήγησαν, με τις λόγχες τον τρύπησαν
και το αίμα του βροχή έγινε που το φόβο μου έπνιξε.

Ο πόνος
Στη πόλη της πληρωμής ο δρόμος δεν έχει τελειωμό
Η ακίνητη ένταση του ανεκπλήρωτου την απελπισία κάνει πιο ασφυκτική
και η γεύση της σκόνης από τα διαλυμένα σωθικά,
το πόνο κάνει να φαντάζει εμετικό.
Ο φόβος δεν υπάρχει πια, κατακάθι στη μνήμη κατέληξε,
και η λήθη,
μολυσμένη από τις σύριγγες των απόβλητων υγρών
στα ερειπωμένα καφενεία των χαμένων ψυχών γυροφέρνει,
την εικόνα της προβάλλοντας κάθε τόσο στους λιγδιασμένους τοίχους,
εικόνισμα χωρίς ανθρωπιά.

Το μόνο που μένει είναι η ζωή σαν τσαλακωμένα τραπουλόχαρτα,
η τιμωρία, για αυτά που τόλμησα, για αυτά που ονειρεύτηκα
και τα παρθενόμορφα να γυροφέρνουν,
αυτά που την ανθρωπιά στα εικονίσματα μόνο του θεού τους βλέπουν.

Απρίλιος 2009

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Εξουσία και αγάπη


Η δυσκολία να κατανοήσουμε την εξουσία, όχι τόσο στην άσκηση της, όσο στην ουσία της, πηγάζει κυρίως από το γεγονός ότι είναι ενσωματωμένη σε κάθε πράξη μας, ατομική, συλλογική, προσωπική, κοινωνική, οικονομική κ.λ.π.
Αυτή είναι και η μεγάλη της δύναμη. Κρυμμένη στις δραστηριότητές μας , είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κατανοήσουμε την βία που εμπεριέχει , το πως την εμφανίζει και κυρίως το πώς μας επηρεάζει με δραματικό τρόπο έμμεσα και άμεσα.

Εδώ και πολλά χρόνια με απασχολεί η κατανόηση της, κινούμενος
ιδεολογικά και με ανάλογη πολιτική και κοινωνική δράση στο χώρο της αντι εξουσίας.

Δίνω ένα ορισμό της εξουσίας: είναι η άσκηση βίας οποιασδήποτε μορφής ή έντασης, που αποσκοπεί στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του ανθρώπου, ως ατόμου ή συνόλου, για την επίτευξη κάποιου σκοπού. Σημειώνω πως είναι ιδιαίτερα δύσκολος ο ορισμός της, και στη ανάλογη βιβλιογραφία θα βρείτε πολλούς. Πάντως, η έννοια της βίας είναι το κλειδί για τη κατανόησή της.

Όλοι /ες ξέρουμε τι σημαίνει βία. Όμως κυρίως τη ξέρουμε στην «καθαρή» μορφή της. Καταλαβαίνουμε όλοι τη σωματική βία, αλλά δυσκολευόμαστε να την διακρίνουμε στις άλλες μορφές της. Η έννοια της βίας έχει σχέση με την επιβολή, δηλαδή με τη δύναμη που ασκείται, φανερά ή καμουφλαρισμένα για την επίτευξη του σκοπού. Κατά συνέπεια μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε την τεράστια ποικιλία μορφών που έχει στη ζωή μας. Οτιδήποτε μας ετεροκαθορίζει, όπως τα στερεότυπα, η ηθική, τα πρότυπα κ.λ.π. είναι βία, τις περισσότερες φορές ήπια καμουφλαρισμένη και ίσως πιο επικίνδυνη.

Το στοιχείο που κάνει την εξουσία πιο εκλεπτυσμένη στην εφαρμογή της είναι ο φόβος. Η βία του φόβου είναι η απόλυτη εξουσία. Τα καθεστώτα στις διάφορες εποχές διαχειρίστηκαν την εξουσία διαχειριζόμενα το φόβο των υπηκόων τους.

Αφορμή για αυτά τα λίγα περι εξουσίας είναι ότι αυτό το καιρό γράφω στίχους που διαπραγματεύονται τη σχέση αγάπης και εξουσίας μέσα από προσωπικά και όχι μόνο βιώματα, και κυρίως τη
διαχείριση του φόβου της απώλειας της αγάπης, που κάνει τον ένα εξουσιαστή και τον άλλον εξουσιαζόμενο.

Η δημοσιοποίηση των στίχων στο επόμενο post.

AlexMil

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Ο βιολιστής



Οι ήχοι βιολιού λίγο παράφωνοι με συνάντησαν καθώς περπατούσα σε κάποιο κεντρικό δρόμο της πόλης. Τον είδα στο βάθος καθώς πλησίαζα, ψηλός, αδύνατος, με άσπρα γένια, μεγάλης ηλικίας. Επιβράδυνα το ρυθμό μου, προσπαθώντας να αναγνωρίσω τον ήχο που το δοξάρι του έπαιζε, παρατηρώντας τον στα γρήγορα και με τη ενοχή του μπάσταρδου που νομίζει ότι είναι ευαίσθητος, το προσπέρασα, επιτάχυνα λίγο πιο κάτω έστριψα, και ο ήχος χάθηκε..
Ένα γεγονός που μου έδωσε το έναυσμα για τους στίχους στη συνέχεια.



Ήχος οξύς, δυνατός, λίγο φάλτσος
από το βάθος της προοπτικής του δρόμου που περπατώ έρχεται,
πλησιάζω, παίζει βιολί,
σκυμμένο το κεφάλι, με το βλέμμα κρυμμένο στις κόγχες του πουθενά
και το σώμα τσαλακωμένο σαν άχρηστο για πέταμα χαρτί.
Η εικόνα του,
ρυτίδες της απογοήτευσης, αύρα μιας δύσκολης ζωής.

Επιβραδύνω,

θέλω την ματιά του να διακρίνω μέσα στου θορύβου της πόλης τη σιωπή,
για να μάθω,
γιατί τα όνειρα στους δρόμους της ζωής του δεν μπόρεσε να συναντήσει.

Δεν είναι βιρτουόζος, αλλά αυτό έχει σημασία;
παίζει για τη ζωή, για τα χρόνια που απομένουν,
για τα χρόνια που έφυγαν,
παίζει, για μας, για τους αγαπημένους του,
ίσως για αυτή που δεν μπόρεσε να έλθει.

Βλέπω στο γέρικο κορμί, ακόμη της νιότης του το πάθος,
Στο ταξίδι της επιβίωσης η αναγνώριση φαίνεται δεν ήρθε,
κέρδισε όμως μια θέση στο πεζοδρόμιο της ζωής / τη καλύτερη,
με σύντροφο, τις αναμνήσεις της ψυχής.

Νομίζω πως με κοιτά,
τον κοιτώ,
ναι, παίζει για μένα.
Οι νότες , φωτεινές ακτίνες τη ψυχή μου διαπερνούν
και τις ιστορίες του με διοχετεύουν.
Αυξάνει το ρυθμό, το κορμί του συσπάται, πονά,
αλλά δεν ζητά,
προσφέρει την παράσταση της στιγμής,
και ανεπαίσθητα με χαιρετά,
είμαστε μόνοι σαν να μου λέει, και μη πονάς
ακολουθούμε όλοι μας,
εσύ εκεί, εγώ εδώ
τη χωρίς νόημα πορεία της ζωής,

Προσπερνώ,
μέσα μου η στεναχώρια της στιγμής,
σε σιωπής χαιρετισμό μεταμορφώνεται.

Στο μυαλό μου ανεμοστρόβιλοι αρχίζουν να θορυβούν,
και η πίκρα αδυνατώντας να εξαγνιστεί,
τη μάσκα της οργής φορά,
στριφογυρίζει

και σαν πνοή διαλύεται σε μια επόμενη στροφή,
απ’ αντίρροπες του συμβιβασμού δυνάμεις.

Ο μόνος ήχος που μένει είναι η σιωπή των ψυχών,
και ο ψίθυρος του βιολιστή, ο αντίλαλος.
Συνεχίζω να περπατώ στα αχνάρια της ζωής,
του βιολιστή τα ίδια,
και οι κραυγές χωρίς φωνή,
των ψυχών η απόγνωση,
να με τρομάζουν συνεχίζουν.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Pollock


Είναι η στιγμή που το υγρό, το μυαλό αρχίζει να ερεθίζει
και τη ψυχή στο χώρο των αποσκευών εναποθέτει,
είναι η στιγμή, που στην ακοή δίνει τη παραμόρφωση της πολύχρωμης χοάνης
και στης ευθυμίας τη φωνή, του τηλεβόα την παράφωνη οκτάβα.
Και η όραση που τη φύση της αψηφάει,
τα όμορφα προσπαθεί να διαπεράσει,
για να δει στην άλλη τους πλευρά,
εκεί όπου τα υγραμένα χείλη στο ρινγκ της προσμονής παλεύουν,
αν έχουν πέσει της προκατάληψης τα τείχη.

Είναι ο χρόνος που για τη στιγμή,
τους πολύχρωμους πιτσιλιστούς καμβάδες του εμφανίζει
και το ερωτικό στα μπαρ της παραλίας ελευθερώνει.

Σαν μισοσκόταδο ενός άλλου κόσμου,
όπου όλα είναι συμπλέγματα ιχνών
τα σώματα συντονισμένα απ’ του υγρού τους λασπωμένους ρυθμούς,
τις τρελαμένες ψυχές
αναζητούν ,
τις ψυχές που σε άλλους χρόνους με αυτές συγκατοικούσαν.

Είναι η αύρα της επιθυμίας, ανακατεμένη με τους καπνούς των σωθικών
και τους φιλήδονους αναστεναγμούς της προσμονής,
που φαντάζουν τα απέναντι μάτια να είναι σαν τα δικά της.

Ψάχνω τη ψυχή της, το σώμα που της αρέσει,
αναζητώ τις κινήσεις της, τη μυρωδιά της,
στους χυμούς της ελπίδας νομίζω πως τη βλέπω,
εκεί στις αντανακλάσεις του δαπέδου,
τις
πλεγμένες πινελιές φαντάζομαι να αποσπώνται
και περιστρεφόμενες τη μορφή της να μου προσφέρουν.

Γυρνώ προς τη πλευρά σου κορίτσι του μπαρ,
κουρασμένη, αλλά ξέρεις την επιτήδευση να προσφέρεις.
Κινήσεις κορμιού, αποκαλύψεις λίγο πιο κάτω από τις γραμμές του επιτρεπτού,
αδιόρατες ιχνηλατήσεις, αυτών που δεν πρέπει,
με τατουάζ στα όρια του φωτεινού να διαπερνούν τις ορμές με πύρινα της κόλασης κοντάρια,
είσαι αυτό που θέλουν, όχι για όλους, για τους επιλεγμένους μόνο.

Πόσα μου θυμίζεις,
σου ζητώ ακόμη ένα ποτό, το τελευταίο,
με κοιτάς,
για μια στιγμή η ματιά της μέσα στα μάτια σου ανταυγίζει,
ξέρω είναι η ποτισμένη με το υγρό θλίψη,
που εύκολα τα τυχαία σε επιθυμίες τα μεταμορφώνει,
αλλά μου αρκεί,
ξέρω ότι είναι η στιγμή που την εισπρακτική τη μηχανή,
με τη ψυχή μου θα τροφοδοτήσω,
αν θέλω μαζί σου τη βραδιά μου να περάσω.


Φεύγουμε, τη τσοπερ οδηγώ,
Στους ήχους των Steppenwolf και του Born to be Wild μαρσάρω,
θέλω πριν ξημερώσει εκεί στη παραλία τους μπίτνικ του 60 να συναντήσω,
γύρω από τη φωτιά για να χορέψω,
με σένα αγαπημένη ψυχή, τους χορούς των άστρων και των αιώνιων δεσμών,

για να πιστέψω για άλλη μια φορά,
τις αμφιβολίες στην άμμο να εξαφανίσω,

και τις τζούρες του τσιγάρου από τα χείλη σου να απολαύσω.

Ως την επόμενη βραδιά,
που η ψυχή σου κάποιο άλλο σώμα θα κατακτήσει,
κάποια άλλη μορφή θα πάρει.

Μάρτιος 2009