Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Οβελίσκος της ζωής


Πόσο σ’ αγαπώ ακόμη
,
Λένε πως ο χρόνος είναι γιατρικό
μα φαίνεται πως δεν αγάπησαν ποτέ τους.
Η νοσταλγία σου δάκρυα της ψυχής μου,
η απουσία σου χάσιμο της προοπτικής μου,
η προσμονή σου, ελπίδα μου αγαπημένη.

Πόσο σε σκέπτομαι,
έφυγες, όπως ξαφνικά στη ζωή μου ήρθες,
σαν του χρόνου τη στιγμή,
μα πρόλαβα,
τα ίχνη της μορφής σου στα αστέρια να αποτυπώσω,
πρόλαβα στης ψυχής μου το καμβά,
με τρελαμένες πινελιές
το χρόνο μας να ζωγραφίσω.

Πόσο μου λείπεις,
ο χρόνος μου την απουσία σου μετράει,
με τους ήχους της σιωπής η μοναξιά μου,
με μνήμες της στοργής η θλίψη μου,
με τα μάτια της ψυχής μου ο χρόνος μας.

Πόσο υποφέρω,
ψηλαφώ τη πίκρα μου και πονώ,

πονούσα πριν σε γνωρίσω,
και όταν σε βρήκα στο μηδέν, εκεί έμεινα,
στη μοναξιά της προσμονής,
για μια δόση στοργής,
προπληρωμένης με της ψυχής μου την υποταγή.

Πόσο λυπάμαι,
για τα όνειρα που χάθηκαν
στο κόσμο που ξανασχεδίασα για σένα,
για τις στιγμές μας, που στη μνήμη μου τρεμοσβήνουν,
λίγο πριν του γαλαξία η σκόνη,
παντοτινά σκεπάσει,
πόσο λυπάμαι γι’ αυτά που δεν ειπώθηκαν,
περιττά έγιναν με υποτίμησης δόσεις.

Πόσο αγωνιώ για σένα,
δεν το ξέρεις, δεν το φαντάζεσαι,
έτσι είναι η αγάπη,
οβελίσκος της ζωής,
με μυστικά που δεν πρόκειται πότε να αποκαλύψει
και στο χρόνο που περνά
τη μνήμη σου σε ασπρόμαυρα καρέ τοποθετώ
την απουσία σου γεωμετρώ
γιατί δεν θέλω να σταματήσεις να υπάρχεις.

Τώρα,
στο κόσμο των ματωμένων φεγγαριών,
στη πόλη των ψιθύρων της φθοράς,
μέσα σε στοές μεσαιωνικές
στους άλλους την εικόνα σου ψάχνω,
ξέρω πως δεν πρόκειται ποτέ μου να τη βρω,
όμως θα σε αναζητώ,
είναι το μόνο που μένει,
μέχρι της σκιάς τα πλάσματα από τη πλευρά τους με πάρουν.

Μάιος 2009 Alex Mil


Μια γυναίκα μέσης ηλικίας περπατά κουρασμένα στο χωματόδρομο,
ένας ήλιος απελπιστικά δυνατός, κίτρινος, θαμπός από την αιωρούμενη σκόνη του Νοτιά,
σπαρτά κι απ’ τις δυο πλευρές έτοιμα για θερισμό, σε χρυσαφένιους κυματισμούς,
ήχοι που δεν ενοχλούν, το ελαφρύ θρόισμα των γήινων καρπών, ανακατεμένο με τον αργόσυρτο ήχο της ρόδας ενός εγκαταλελειμμένου ποδηλάτου,
και στο βάθος ένα δένδρο με πορτοκαλί απόχρωση, γέρικο, μοναχικό, όρθιο ακόμη, αξιοπρεπές.
Η γυναίκα το πλησιάζει, ακουμπά στο κορμό του, κάθεται.
Η καρδιά της κτυπά δυνατά, ο ιδρώτας ανακατεμένος με τη σκόνη σχηματίζει ανεπαίσθητες γραμμές στο δέρμα της, σαν ρυτίδες σμιλευμένες από χαρισματικό τεχνίτη του χρόνου.
Τα μάτια της θολά, κοιτούν αλλά δεν βλέπουν, το μυαλό σκέπτεται με θλίψη,
μόλις πριν από λίγο κατέβηκε στη διασταύρωση.
Δεν είχε προορισμό, είχε χάσει την αρχή, μετά την διαδρομή, και τώρα αναζητούσε το μήνυμα της συνέχειας.

Ανόητε, δεν κατάλαβες τίποτε, μονολόγησε,

Κρατούσε ένα χαρτί με στοίχους γραμμένο,
το τσαλάκωσε νευρικά,
το κράτησε για λίγο σφικτά με τα ιδρωμένα της χέρια,
το πλησίασε στο πρόσωπο, το οσμίστηκε, το φίλησε
και μετά με δύναμη το πέταξε προς το σπαρμένο χωράφι.

Μάιος 2039


2 σχόλια:

elis.pandora. είπε...

Συναρπαστικα αληθινο.Η Αγαπη ειναι μια.

AlexMil είπε...

Αγαπητή μου, πράγματι η αγάπη είναι μια, αν πραγματικά αγαπάς, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Ευχαριστώ