Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Αγάπης εξουσία


Προχωράω με δυσκολία,
η μάσκα της απελπισίας που φορώ,
φτιαγμένη από πλαστικό μεταλλαγμένο με της ψυχής μου τις ίνες,
μου τη ‘δωσαν στη πύλη της πόλης της πληρωμής,
της πόλης με το ματωμένο ήλιο,
γελωτοποιοί, καθώς πρέπει εκπρόσωποι της δημόσιας τιμωρίας,
για να μη μπορώ μου ‘παν,
τις αναμνήσεις μου να σβήσω με της λήθης τη σκόνη
,
που άνεμοι τυμβωρύχοι μεταφέρουν από τόπους αυτόχειρων ψυχών.

Η μνήμη
Στον ατέλειωτο δρόμο της υποταγής,
σύριγγες απόβλητων υγρών,
εξαρτήματα φοβο- μηχανισμών,
της κεντρικής επιτροπής σκέψης και συναισθημάτων
με ακολουθούσαν,
και με φιδίσιους προσπαθούσαν ελιγμούς,
στο κορμί μου το πόνο χαμένων ονειρεμάτων να διοχετεύσουν.
Δεν ήθελαν να ξεχάσω, το μπορούσαν, το πετύχαιναν,
τη ψυχή μου φυλάκιζαν σε υπονόμους με αγαπημένες προβολές,
και με ήχους rock and roll το σώμα μου διαμέλιζαν.

Σουρεαλιστική εκδοχή του πόνου της σιωπής
μάτια να κατρακυλούν, από τις κόγχες να έχουν δραπετεύσει.,
νευρώνες του μυαλού τα πόδια να ‘χουν μπλέξει,
τα σωθικά, πλοκάμια αρπακτικού, να έχουν ξεφύγει από του σώματος τη φυλακή
και τη καρδιά να κυνηγούν, το αίμα της για να δωρίσουν,
ήταν η πληρωμή,
για να μπορεί η μνήμη για ακόμη μια στιγμή τη ψυχή μου να βασανίζει.

Ο φόβος
Ήταν τότε που ο φόβος με είχε φυλακίσει.
Στο κάστρο της ζωής, στις τρύπες της ανυπαρξίας την ύπαρξή μου πέταξα,
την έδωσα για πληρωμή στης αλαζονείας τη κόρη,
για να μπορώ / μόνο να μπορώ άνθρωποι
μαζί της για λίγο κάθε τόσο να υπάρχω.

Πως μια ψυχή μπορεί να βυθίζεται στους ήχους της σιωπής;
πως μπορεί λεπίδες προσβολής κομμάτια να τη κάνουν,
σκορπίζοντας τα εδώ και κει στο δάπεδο της ανυποληψίας
και αυτή να επιμένει,
ηττημένη και ταπεινωμένη να επαιτεί,
ένα χάδι, τη γλυκιά ματιά της;

Φαίνεται, μεσαιωνικά φρικιά,
κάποτε της ψυχής μου τη πνοή από τη σύντροφο αγκαλιά άρπαξαν,
και σε μεταπρατικά πιθάρια τη φυλάκισαν,
για να τη δίνουν όποτε ο χρόνος το ζητά,
στο νέο κάθε φορά κορμί μου.
Κι αυτή, αλαφιασμένη,
πάνω στις πολεμίστρες του κάστρου της ζωής, να τρέχει, να αναζητά
και παραπλανημένη τις περισσότερες φορές,
να υπομένει της πίστης την απατηλή αλήθεια.
Φοβισμένη ψυχή,
ήχοι του χρόνου σε παρέσυραν να ανασηκώνεις τα λάβαρα της υποταγής,
στο φόβο της απώλειας , στην εξουσία μιας ψευτο ηθικής

Η προσπάθεια
Η ιστορία της ζωής, πολλές φορές τιποτένια καταντά,
ο φόβος, ανθρώπους της σκιάς μας κάνει,
αλλά δεν γίνεται αλλιώς,
τα τρομαγμένα ουρλιαχτά, τα πονεμένα δάκρυα,
που αυλακώνουν τη ψυχή και το σώμα ρυτιδιάζουν ,
κάποια στιγμή σταματούν,
η ανθρωπιά, το υπέροχο δώρο της ζωής
εκεί στην έρημο του ματωμένου ήλιου,
τη μνήμη είναι υποχρεωμένη να νικήσει.

Ακολούθησα τα ίχνη,
τροπαιοφόροι προστάτες των ταπεινών,
το φόβο να σβήσουν προσπάθησαν,
τη μάσκα μου έβγαλαν και της λήθης τη σκόνη ανέπνευσα,
τον ήλιο οδήγησαν, με τις λόγχες τον τρύπησαν
και το αίμα του βροχή έγινε που το φόβο μου έπνιξε.

Ο πόνος
Στη πόλη της πληρωμής ο δρόμος δεν έχει τελειωμό
Η ακίνητη ένταση του ανεκπλήρωτου την απελπισία κάνει πιο ασφυκτική
και η γεύση της σκόνης από τα διαλυμένα σωθικά,
το πόνο κάνει να φαντάζει εμετικό.
Ο φόβος δεν υπάρχει πια, κατακάθι στη μνήμη κατέληξε,
και η λήθη,
μολυσμένη από τις σύριγγες των απόβλητων υγρών
στα ερειπωμένα καφενεία των χαμένων ψυχών γυροφέρνει,
την εικόνα της προβάλλοντας κάθε τόσο στους λιγδιασμένους τοίχους,
εικόνισμα χωρίς ανθρωπιά.

Το μόνο που μένει είναι η ζωή σαν τσαλακωμένα τραπουλόχαρτα,
η τιμωρία, για αυτά που τόλμησα, για αυτά που ονειρεύτηκα
και τα παρθενόμορφα να γυροφέρνουν,
αυτά που την ανθρωπιά στα εικονίσματα μόνο του θεού τους βλέπουν.

Απρίλιος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: