Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Νο 190 (Πάλι ο χρόνος)


Ο χρόνος έχυσε το κορμί μου
στο αυλάκι της ανυπαρξίας,
οργανικό ρευστό, γερασμένο,
τροφή στα υιοθετημένα του:
σκουλήκια με αισθήματα,
που τρώνε  κοσμικές
παπαρούνες, παγωμένες
και ξερνάνε το τίποτα.   

Οραματίζομαι  κρεμάλες
πάνω απ το τάφο του κριτή,
ξεκοιλιασμένα κουφάρια
να κρέμονται  υπομονετικά,
εγώ, εσείς, όλοι μας,
κομμάτια από το χρόνο,
που πέφτοντας  στο τάφο
τον σκεπάζουν περιφρονητικά.

Με πηλό πλασμένη η ζωή,
καλυμμένη με σεντόνια λευκά
έτσι φαίνονται οι ρουφηξιές,
αποτυπώματα αιμάτινα,
απ τα χείλη του χρόνου,
θνητοί από την αρχή μας,
τρομακτικό και άδικο
θνητοί μέχρι το τέλος μας.

AlexMil

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Νο 189 ( Συμπτώματα χρονικά)


Λαθραίες ηδονές,
από το στόμα του χρόνου,
ρουφιούνται απ τη μια πλευρά
κι  απ τη άλλη ξερνιούνται,
με σάρκα ραγισμένη
και καρδιά χωρίς υγρά,
σαν πετρωμένες πόρνες,
κρεμασμένες από σχοινιά
ανθρώπων καλών,
που αφήνονται:
θρύψαλα να γίνουν,
όλα σκόνη,  
για να καλύψουν
τον καιρό των χλωμών φλεβών,
που στις παλίρροιες
της παγωμένης ψυχής,
αδυνατούν να κρατήσουν
τις καρδιές:
θωρακισμένη η έξοδος
για τα νεκρά σώματα,  
ανοίγει,
ελευθερώνει τις ψυχές. 

AlexMil

Νο 188 (Ποιος είμαι;)


Ποιος είμαι  εγώ τελικά,  σκέφτομαι το τελευταίο καιρό, 
σανιδωμένη η κάθε μέρα, με σέρνει από δω κι από κει,
απ το ρεπερτόριο της υποκρισίας  φάτσες αλλάζω συνεχώς,
την μια είμαι σχετικός  και την άλλη ο απόλυτος θεός,
ένας υπόγειος χαρακτήρας αν από κοντά με καλοδείς,
που το βλάκα  παίζω όπου δεν μπορώ και το θεριό γίνομαι:
όταν ευκαιρία έχω να αρπάξω και να κλέψω χωρίς να τιμωρηθώ,  
χορευτής τελικά της υποταγής, χορεύω τους σύγχρονους ρυθμούς
με λαϊκές φιγούρες  και με των φαντασιώσεων τις πόρνες,   
έχω πολλούς θεούς, τον ένα αλλά και τον δικό μου, το προσωπικό,
καλή μαγκιά που μ' απαλλάσσει από τις όποιες ενοχές,
ένας καθώς πρέπει άσημος, σε ταπετσαρισμένο δωμάτιο εγωισμού,
που κάθε μέρα ανελέητα πηδιέμαι  από τους αγαπητικούς,
τους νταβατζήδες:  πολιτικούς, χονδρέμπορους και τραπεζιτικούς,
γιατί είμαι κι εγώ ένας απ’  αυτούς,  συνεχώς και το ξεχνώ,
ψηφίζω, αγοράζω, δάνεια παίρνω, τις υπηρεσίες τους  ζητώ,
τσιμπουκλούδες  οι καταστάσεις,  με τρελαίνουν  τη λογική,
εξομολογήσεις κάνω σε κάθε πήδημα με όρους ηθικής,
τίποτα, αισθάνομαι σαν βρώμα που δεν μπορεί να καθαριστεί,
κι όμως το ξινισμένο ιδρώτα, κρύβω με μυρωδιά ασβού,
νομίζω πως είναι άρωμα αιθέριο και ελκυστικό,
όμως από γυαλισμένες επιφάνειες που περνώ, φευγαλέα
βλέπω να λαμπιρίζει το άσημο θεριό, δυστυχία θαμπή,
εκπορνευμένη σε κάμερες και  κάβλες  ψηφιακές,  
ισιώνω τη γραβάτα, κεφάλι ψηλά, σε συμβούλιο θα παρευρεθώ.    

  
 
AlexMil 
188 11-03-2013


Νο 186 (Η λύση)


Στα χέρια μου κρατώ  τη αναπνοή της αγάπης της,
χαμένος στις φαντασιώσεις  των κυττάρων μου
τις  φτωχές δυνατότητες  να διακρίνω δεν μπόρεσα,
στα ενεχυροδανειστήρια  των  κοσμικών ευκαιριών
κατέθεσα τη καρδιά μου, ματωμένη και εκτεθειμένη,  
ζήτησα:  επιπλέον πίστωση, ήμουν ήδη  καταχρεωμένος. 

Λύσεις  να εξαγοράσω  θέλησα από πλανόδιους  μεταπράτες,
την ιστορία μου να ανακεφαλαιώσω με σβησίματα,
έτσι τη λεωφόρο πήρα και περπάτησα την άχρονη θλίψη μου,
αγάπη δεν διέκρινα, ευτυχώς , δεν τη ήθελα διάβολε,
στα κάθετα στενοσόκακα  της αμνησίας οδηγήθηκα,
σκιάχτρα οι σκιές  με το φως πηδιόντουσαν χαριτωμένα.

Είχε πλάκα η αρρωστημένη φαντασία μου, με ίδρωνε,
με τα βρώμικα ακροδάχτυλα αγγίζω το σήμερα,
γραμμένο με σύνθημα σε ραγισμένο μάρμαρο επιτομής:
“είναι αποστάτης το παρόν,  ένοχος στο παγκόσμιο χρόνο
και πληρώνεται φιλέ μόνο με θάνατο, το δικό σου θάνατο”,
έγραφε ξεθωριασμένα και ανατρίχιασα, σπρέι σε παρακμή. 

Μαλακίες σκέφθηκα από άγουρα καβλωμένα αγόρια,
το αίμα που έδωσα χθες, σαν φλασιά απο-ενοχής πέρασε,
ηλίθια η σοφία της μνήμης όταν ξαφνικά αναφιλητά  φέρνει.
 
Στην απέναντι,  στη σκονισμένη  τζαμαρία,  δάκρυα με τη σκόνη,
ένα πρόσωπο σχημάτιζαν, το δικό μου γερασμένο πρόσωπο,
γραμμές απεγνωσμένες, κουρασμένες  με αίμα και ρυτίδες,
με κοιτούσε, σαν  για πάντα με νοσταλγία να με αποχαιρετούσε,  
δεν το πρόσεξα, οι σκιές δαίμονες είχαν γίνει, ζωντάνεψαν,  
και κατά πάνω μου όρμησαν,  αργά  με κομμάτιασαν,    
απ τους μεταπράτες,  το βασανιστικό μου θάνατο είχα αγοράσει. 

AlexMil

Νο 185 (Περίπτωση αγάπης)


Ήταν  βρώμικη και πρόστυχη,
με το καλτσόν της
μ’ έπνιγε όποτε γούσταρε,
την έπαιρνα κοντά στον άνδρα της,
και πάντοτε  του τηλεφωνούσε,
βογκούσε και  γλυκόλογα του έλεγε,
τέλειωνε ουρλιάζοντας
όταν βάναυσα από πίσω τη πονούσα,
τέλειωνε κι αυτός ο δύστυχος,
τον άκουγα στο ακουστικό,
από αγάπη να κλαίει ευγνωμοσύνης .


AlexMil


Νο 184 (Γκαστρωμένη)


Την είχα αγαπήσει,
μου πρόσφερε πήδημα,
αζύγιστο και  αρρωστημένο,
το πέρναγα και στους φίλους μου
με το αζημίωτο βέβαια,
και μια μέρα το ξεστόμισε:
παιδί  ήθελε και οικογένεια,
τρελάθηκα,  σαν να με
πέρασε χονδρός σαμουράι,
τα σπλάχνα μου ξέρασα,
τη κοίταξα έπειτα ηλίθια,
την  έβρισα,  με το σάλιο
της οργής μου την έφτυσα:
σκουπίστηκε πρόχειρα,
κοίταξε και χασκογέλασε,
είχε τα δόντια της
χαλασμένα και κίτρινα.
Το παντελόνι της φόρεσε
και κτυπώντας τη πόρτα έφυγε.   
Γκαστρωμένη  ήταν
και τ’ έμαθα  πολύ αργότερα. 

Alexmil