Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

No 183 (Πιτσιλίσματα)



Με κτύπησε πρώτα στη καρδιά,
μου δείξε τα πιτσιλίσματα
στη άκρη του φουστανιού,
ηδονικά σχήματα  σπέρματος
εκτοξευμένα με ορμή,
κι έπειτα μου δώσε τη χαριστική βολή,
μου είπε τ’ όνομα του εκτοξευτή,
γέλασα και δεν τη πίστεψα,
με άφησε να δω το πήδημα,
τρελάθηκα ο ηλίθιος,
συνέχισα να την γουστάρω
πιο πολύ ακόμη την ήθελα.

AlexMil 

Νο 182 (η προδοσία)


Στα απόνερα της  σκέψης
πέταξε τη ψυχή μου,
με κτύπησε με τη ξύλινη
γροθιά της αναισθησίας
και μ’ έριξε στο μπαούλο
του παρελθόντος της.
Όνειρα κομματιασμένα
στο καλτσόν της προδοσίας,
σπέρμα ξεραμένο
από καυλωμένο δότη:
τα λασπόνερα της ηδονής
από σκοτεινό σοκάκι.
Με τη γλώσσα ακόμη
ξαναμμένη, οπλισμένες
λέξεις ξεστόμισε, 
με κοίταξε ειρωνικά,
με το νοθευμένο ακόμη
σάλιο της, τη σιωπή μου
έφτυσε κι έφυγε

AlexMil 

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Νο 181 (Η πόρτα)


Κάποιες  πόρτες
βλέπουν σε τάφους,
έτσι όρισε ο μέγας 
κατασκευαστής,
διάδρομος ευθύς
του χρόνου η ροή,
δωμάτια διάφορα
 
απ τις δυο πλευρές:
οι φάσεις της ζωής,
απλό σχέδιο
σε χαμηλή τιμή.
 

Όποιος με τον
εαυτό του δεν
πληρώνει,
τη ζωή του χάνει,
είναι η συνθήκη του
τέλους τη ζωής:
όπου, μια πόρτα
για ν' ανόξεις
μόνο μένει,
σ’ όποιο δωμάτιο
και να βρεθείς.
 

AlexMil  07-03-2013 (7.00 μμ)

No 180 (H αφίσα)

Περνούσα συχνά
απ το στενό αδιέξοδο,
η αφίσα κιτρινισμένη ,
από τη μέσα πλευρά
του βρώμικου τζαμιού,
ξεθωριασμένες λέξεις
ακόμη κρατούσε στη ζωή,
φαινόταν κάθε φορά:
απελπισμένα μια χάρη
να μου ζητά.

Ήταν βράδυ ζεστό,
πιωμένη τη γνώρισα,
κι εύκολα την έπεισα,
στο γνώριμο στενό,
στην αφίσα την έφερα,
ταπεινωτικά μύριζε,
την πήρα στα όρθια,
χωρίς σπέρμα, άγρια,
με λέξεις ασυνάρτητες   
και ήχους βρώμικους.

Κι όταν τέλειωσα,
προς το τζάμι κοίταξα,
ξεκολλημένη η αφίσα
στο πάτωμα κείτονταν,
τα γράμματα όλα,
σχεδόν είχαν σβηστεί,
φαίνεται  αυτοκτόνησε, 
λυπημένος έφυγα:
τη τελευταία της
επιθυμία εκπλήρωσα.

AlexMil  07-03-2013 (4.00 πμ)

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Νο 179 (Το μαύρο κουτί)


Πρόσωπα διάφορα,
όρθιες καρικατούρες οχλαγωγούν,
κρεμασμένες σε αλυσίδες σκουριασμένες
ταλαντεύονται και χασκογελούν,
με σπασμωδικές κινήσεις
να πλησιάσουν η μια την άλλη
προσπαθούν, δεν καταλαβαίνουν:
άνθρωποι είναι στη ζωή τους,  
φυλακισμένοι σ’ ένα μαύρο κουτί.

Απ τον αγωγό των σκουπιδιών,
στη παγωμένη επιφάνεια τον πέταξαν,
τον πλήρωσαν για να σκοτώσει,  
γλίστρησε και στριφογυρίζοντας
προς το μαύρο κουτί κατευθύνθηκε:
ταλαντεύονταν στην άκρη του κενού,
μεταλλικές χειροπέδες το κρατούσαν,  
με μια κλωτσιά τις έσπασε,
και το κουτί προς το κενό έστειλε.  

Σκεπτόμενα έντομα οι εκτελεστές, 
τους αρχηγούς βοηθούν της περιοχής,
όταν η μήτρα γεννά μαύρα κουτιά,
είναι υποχρεωμένοι συμβατικά,
εντός χρόνου που τον λένε: ζωή,
με διαδικασίες νόμιμες και ορθές,
να τα σπρώχνουν στο κενό:
κέρδισαν σήμερα ικανά λεφτά,
τα μαύρα κουτιά ήταν πάρα πολλά.
 


Alexmil 06-03-2013 (7.00 μμ)


Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Νο 178 ( Ίδιες ερωτήσεις)


Έψαξα να βρω
τους λόγους της ζωής,
τους αληθινούς:
πεταμένους τους
βρήκα στον υπόνομο
της υποκρισίας,
και όταν ζήτησα
να μάθω το γιατί,
γέλασαν αμήχανα:
τεχνο -διαμορφωτές
έστειλαν, όλα
για να τα ξεχάσω. 

Δεν με φόβισαν,
επιβάτες είναι
σε μονοδιάστατα
σκίτσα ασαφή,  
κρέμονται
στις χειρολαβές
της εξουσίας,
και με κοιτούν
απ το θολό μαύρο:
πτώματα
σε slow motion,
σερνόμενα από
χρόνια σκουλήκια.   

Δεν ξέχασα,
συμπαγείς σκιές
μ’ άρπαξαν,
στο κόσμο με τις
πολλές καμάρες
μ’ έφεραν,
τώρα,
με ταξιδευτές
του χρόνου περπατώ,
σε διαδρομές
ιστορικές,
και δεν ξεχνώ,
τις ίδιες ερωτήσεις
συνεχίζω να κάνω.  
 
Alexmil 05-03-2013  (10.00 μμ) 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Νο 177 (Του την έστησαν)


Ήταν το μίσος ,
που έδωσε ok
στις πράξεις της,
την πέταξε
σαν πουτάνα
της σειράς
στους δρόμους
της πόλης,
την αγαπούσε
υποτίθεται,
αλλά συνεχώς
την έδερνε,
το χρήμα
που φέρνε,
ποτέ δεν ήταν
αρκετό έλεγε.

Την ασθένεια
κόλλησε,
κι από το πόστο
εκδιώχθηκε,
πείνασε,
ξεδοντιάστηκε,  
στο σταθμό
των υπεραστικών,
στα όρθια
το σπέρμα τους
έπαιρνε, ίσα
για τη δόση της,
ο  θάνατος,  
ερχόταν γρήγορα,
εδώ και μέρες
αίμα έφτυνε. 

Πονούσε,
για τη ξεραμένη
ζωή της,
μόνο εκδίκηση
ζητούσε:
στης ενορίας
το συσσίτιο
τον γνώρισε,
ποιητής έλεγε,
κοπρόσκυλο
της φαινόταν,
με λίγη
νοθευμένη
και κάνα δυο
πηδήματα
τον έπεισε.

Οι δυο τους

τ
ου τη έστησαν,   
τη βενζίνη αυτός,
εκείνη τα σπίρτα,
κι ένα βράδυ
με ξαστεριά,  
το πούστη
το νταβατζή
το λαμπάδιασαν.

AlexMil  04-03-2013 (8.00
μμ)