Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Υποκρισία




Συσκευή μου δώσανε για την ερωτική πνοή,
την υποκρισία μετρά, στο σώμα και τη ψυχή,
είναι μικρή όσο μια στιγμή , θέλει όμως ρυθμιστή,
έναν σαν εμένα, αδιάφορο και οπορτουνιστή.

Ειδικός μου την χάρισε ένα παγωμένο πρωινό,
στη γέφυρα από κάτω, στο περιφερειακό,
τον ερωτικό πόνο εξήγησε σε στάση προσευχής,
κι απαίτησε μόνο, να ορίσει μια ωφέλιμη τιμή.

Όλα άρχισαν όταν εξιστόρησα την ενοχή,
την αγάπη πίστεψα ως παντοτινή αρχή,
όμως μια νύχτα άρρωστη και με βαριά πνοή,
απ την αγαπημένη σταυρώθηκα με ξένη ηδονή.

Τη συσκευή δέχθηκα γιατί είχε μια ειδική τιμή,
αυτούς που θα έβρισκα με υποκρισία υψηλή,
τα βιογραφικά τους θα έπαιρνε η συμπαντική αρχή,
για να μαθευτεί πόσο απέτυχαν οι τοπικοί θεοί.

Το περιβραχιόνιο του αντιπρόσωπου κέρδισα,
μύρια φαντάσματα κοροϊδίας αποκάλυψα,
όμως, το συμβιβασμό της αγάπης κατανόησα,
το χάδι της υποκρισίας, της είναι απαραίτητο.

Τη συσκευή στον ειδικό επέστρεψα ……………….





AlexMil 19-11-2012





Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Εμμονές



 
Όταν το τατουάζ πήδηξε γελώντας απ’ το χέρι μου,
τότε κατάλαβα πως κάτι δεν μου πήγαινε καλά,
ο ξεπεσμός της ζωής μου σε αγώνα για τη τροφή,
την τρέλα της πραγματικότητας έκανε ορατή.

Όλα ξεκίνησαν όταν τη πόρτα άρχισα να φοβάμαι,

κόκκινη μορφή στο βάθος του στενού μονοπατιού,
που ποτέ δεν άνοιγε με των κλειδιών το γύρισμα,
 
αλλά μόνο όταν οι δαίμονες, έδιναν την εντολή.

Σαν στυμφαλίδες όρνιθες οι χορτασμένοι εχθροί,
κρυμμένοι πίσω της, φάνταζαν φονικός στρατός ,
οπλισμένοι με τα κουρέλια της μοχθηρίας τους,
με τρομοκρατούσαν με αρρωστημένες εμμονές.

Με όλα αυτά, άλλο δεν άντεχα να ζω με το κακό,
το τατουάζ στο ταβάνι με μωβ σχοινιά κρέμασα,
τη πείνα μου με σούρεαλ σκέψεις τη χόρτασα,
ευτυχισμένος, τη πόρτα στο μυαλό μου καθαίρεσα. 

AlexMil 18-11-2012

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Για τη ζωή και την ελευθερία



Ήταν η σιωπή της αναμονής που μας ανατρίχιαζε,
μια ηρεμία που εκβίαζε με τις φωνές της,
ήχοι μεταλλικοί , φονικοί, από παντού,
πυροβολισμοί που ευνούχιζαν το μυαλό μας.

Από το φόβο και την οργή τρέμαμε,
κρατούσαμε τα χέρια σφικτά και περιμέναμε,
ξέραμε, πως ερχόταν η διαβολεμένη στιγμή,
φαινόταν στις σκιές, από τις φιγούρες απέναντι.

Οι ερπύστριες από δίπλα μου πέρασαν,
την άγνωστη φίλη μου προς στιγμή έχασα,
ήταν που ο χρόνος αρέσκεται να βοηθάει τη ζωή,
τα χέρια απεγνωσμένα έδωσα και την τράβηξα.

Κι έπειτα, τρέχοντας στα στενά σωθήκαμε,
βουβά αγκαλιαστήκαμε και χωρίσαμε,
τις υποσχέσεις ήξερα πως δεν θα τηρούσαμε,
ήταν πικρή η γεύση στο φιλί που δώσαμε.

Τα χρόνια πέρασαν αλλά δεν ξέχασα,
στα βλέμματα των περαστικών την αναζητώ,
εκεί όπου ο χρόνος στην ιστορία μας παγίδευσε,
κάθε χρονιά, ως το τέλος της πορείας μου. 


 
AlexMil 17-11-2012
(ιστορία με λίγη φαντασία και πολύ πραγματικότητα)

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

H απόλυση


                                                                                                                edward hopper

Εντάξει, πάνω - κάτω όλοι είμαστε ίσοι,
αυτό λένε οι νόμοι η tv και η φύση, 
 πολλές φορές  το δάκτυλο κουνούν,
είναι όμως για το καλό μας όπως λένε.

Αν θέλουν,  ας μας πουν όλοι αυτοί,
πως γίνεται να πεινούν τόσοι πολλοί,
να μη μπορούν να ζήσουν τη ζωή,
είναι η σύγχρονη Δημοκρατία αυτή;

Με ψεύδη πυροβολούν οι δυνατοί
και δυστυχώς γίνονται πιστευτοί,
τη τέχνη της απάτης  έχουν διδαχθεί
μας κάνουν κανιβάλους  με διαταγή.

Για σκεφτείτε λίγο σας παρακαλώ,
όλα αυτά που γύρω σας συμβαίνουν,
δουλεύετε μια ζωή, σπίτι αγοράσατε
κάνατε και κάνα δυο όμορφα  παιδιά.

Δικαιούστε λοιπόν μια όμορφη ζωή,
και τι βιώνετε;  κτηνωδία και αρπαγή,
η απληστία των λίγων δεν είναι αρκετή,
Τα θέλουν όλα,  το σπίτι,  το ψωμί.

Ιεροκήρυκες είναι των αυτοκτονιών,
πως μπορούν  να αποτιμήσουν μια ζωή,
όταν στη ανάγκες  βλέπουν  το τόκο
και στην απόγνωση  την υποταγή. 

Ας μη ξεχνούν, η πείνα φέρνει την οργή,
δεν γίνεται  η ολιγαρχία ν’ απαιτεί,
με επιτροπές και τραπεζίτες να ληστεύει
κι εμείς ν’ αυτοκτονούμε ταπεινωμένοι,

Δεν ξέρω αλήθεια τι πρόκειται να συμβεί,
η οργή σίγουρα θα φέρει την καταστροφή,
πολλές φορές  όταν η αδικία  ταπεινώνει,
μόνο με όρους επιβίωσης  η ζωή βιώνει. 
………………..

Οι δρόμοι είναι τυφλοί και σκοτεινοί,
όπως της ύπαρξής μου οι σκέψεις.
Κουρασμένα βαδίζω  στους αγαπημένους,
πως θα τους το πω, μόλις έχω απολυθεί.

Στη τραγωδία της ζωής μας, ο θάνατος
δεν είναι  η κορυφαία μας  στιγμή,
αλλά η απληστία  των ισχυρών,
η αφορμή του συχνού αφανισμού μας.

 Ψάχνω λόγια κοφτά για να το πω, 
στην αγκαλιά τους όμως τραυλίζω, τα ξεχνώ,
η σιωπή  τους,  ένα βουβό  ερωτηματικό,
κλαίω με αναφιλητά και τους φιλώ.

                                                                                                                   edward hopper

AlexMil 12-11-2012

Για όλους του συνανθρώπους μας που βιώνουν την κτηνωδία της απόλυσης. 
Ας μην εφησυχάζουμε, η νύχτα των ανθρώπινων ερπετών έφθασε με όλη της την ένταση και στην πατρίδα μας. Αμέτρητοι, παιδιά, νέοι, γονείς, ηλικιωμένοι, ασθενείς,  βιώνουν  τη σαπίλα ενός συστήματος που θεωρεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ηθικό και δίκαιο.

Δεν είμαι πιστός με την έννοια ενός δόγματος, αλλά πιστεύω ακράδαντα στη δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης, αν και πολλές φορές η έλλειψή της με απαγοητεύει. Είναι η δύναμη που παίρνει από το δάκρυ του παιδιού, από την απελπισία του αρρώστου, από την συμπόνια του αγνώστου.

Ευχαριστώ





Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Η άλλη γυναίκα




Μου είπαν πως γέρασα πια,
εκείνη τη στιγμή χασκογέλασα,
από το μπαρ όμως που πέρασα,
γυναίκες μ’ έκαναν και το ξέχασα.

Για να ξεχάσω βέβαια πλήρωσα,
στην τιμή και η κολακεία ήτανε,
όλα όμως έχουν ένα τίμημα,
όταν στο σπίτι γύρισα, έκλαψα.

Οι σκέψεις μου έγιναν κόλαση
όταν αναρωτήθηκα πως έζησα,
ισολογιστικά σίγουρα έχασα,
τον  θάνατο  μόνο κέρδισα.

Έτσι, σε μια στιγμή το αποφάσισα,
τον άλλο μου εαυτό  αποκάλυψα,
το είδωλο στο καθρέπτη ομόρφυνε,
η γυναίκα από μέσα μου, εμφανίστηκε.





AlexMil  09-11-2012

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Τα σκαλοπάτια της ζωής





Η  καθαρτήρια σκάλα  πάντα προς τα κάτω κυλά ,
με  πατήματα που ξεγελούν και  παγίδες οπλισμένη,
είναι, ο κρυμμένος δράκος που καρτερικά παραφυλά,
στην αποβάθρα του  αινίγματος  να σταματήσει.

Στη πορεία μου,   τη σιωπηλή μορφή της  αγνόησα,  
κάποια στιγμή όμως,  στον καθρέπτη μέσα την πρόσεξα,
ήταν τότε που οι ματωμένες νυχιές αφόρητα πονούσαν,
τότε που ένοιωσα το αέρινο,  παράξενα να με κοιτάει.

Όταν  η κρίση της αμφιβολίας τη πνοή μου ρουφούσε,  
στον καθρέπτη σαν απειλητική σκιά εμφανιζόταν,
 τις ενοχές μου με μεσαιωνικά βασανιστήρια τιμωρούσε,
θύμιζε  πως τον δρόμο  προς τη κόλαση  σίγουρα τον ξέρει.

Η ποινή της ζωής είναι, η σκάλα πάντοτε να σταματά,
παρότι προσπάθησα να την ανεβώ ,  στο τέλος είχα φτάσει,   
σαλπιγκτές περίμεναν από τη μια και κλόουν απ’ την άλλη,
στο φουαγιέ γι ακόμη μια φορά, κατέθεσα τα όσα είχα πάρει.





   AlexMil  08-11-2012

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Ευλαβής




Από το θρόνο της υποκρισίας του,
φθόνο με ανακούφιση έφτυσε,
τον ναό της αποπληρωμής σχεδίασε,
με φτυαριές υπακοής τη πίστη του έκτισε

Ευλαβής καθ' όλα άνθρωπος,
πιστός στο ψέμα και το χρήμα,
τη συγχώρηση να κερδίσει προσδοκά,  
με είδος πολύτιμο, προκαταβολή στα θεία.

Σε μοντέρνο γραφείο τελετών
παράδεισο πολυτελείας παρήγγειλε,
αφού το ναό προς το τέλος του έκτισε,
αργύρια σε τοίχους και καμάρες εξαργυρωμένα.

Τώρα, μπροστά του ο δίκαιος κριτής,
με ευκολία τον αφήνει και περνά,
αφού πρώτα το εισιτήριο της συναλλαγής,
τη photo του ναού σε usb του δίνει.

Και μένα, λίγο πιο πίσω στη σειρά
χωρίς αποπληρωμή, έστω σε επικυρωμένο χαρτί,
έχοντας μόνο  μια ταπεινή ζωή,
στο διάολο μ’ έστειλε στη διπλανή γραμμή.


AlexMil
04-08-2012






Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Διαπιστώσεις υποταγής






Στο σκοτεινό δωμάτιο στην άκρη της ζωής,
εκεί όπου η μοναξιά κερδίζει τη ψυχή μου,
αναρωτιέμαι πως  μπόρεσαν να με φοβίσουν,
πέτρες τιμωρίας επιτρέπουν μόνο να κυλώ,
δρόμους  τενεκεδένιων ευθυνών να ανεβαίνω.
 
Την ελπίδα  πήραν  και την έκαναν υποταγή,
την αξιοπρέπεια λεηλάτησαν με αριθμούς,
και σ’ όλα αυτά,  μόνος,  χωρίς εσένα έμεινα,
ψάχνοντας σε ευρετήρια  κιτρινισμένα,
χαρτονένια όνειρα,  σε δάκρυα διαλυμένα. 

Σίγουρα, γι αυτούς,  η ζωή μας δεν μετράει ,
δημαγωγούν τις ψυχές  με λόγια σκελετωμένα, 
λιμοκτονούν τη ανθρωπιά με λόγια σκληρά,
και όταν την αξιοπρέπεια ποδοπατούν,
 πάλι την υποταγή για το καλό μας απαιτούν.  
Πέτρινες οι ψυχές τους, σώματα ατροφικά
σε καταστάσεις ομηρίας μας κρατούν,
με αναλγησία  περιπολούν και σακατεύουν,
σαν λιγωμένα χαλκόνυχα αρπακτικά,
ν’ αρπάξουν με  υποχρεωτικές  κατασχέσεις.

Με όλα αυτά,
η οργή με τις ανάγκες έχει συμμαχήσει, 
με τα ελάχιστα που πετούν δεν θέλω να χορτάσω,
περιπλανούμαι στον έρημο πλανήτη  της ζωής
και μέσα απ’ την  σκόνη των καημών, στο βάθος,
στρατιές διακρίνω, των λυγμών είναι οι σύντροφοί μου.


AlexMil
Απρίλιος 2012









Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Δεν ζήτησα να ξεχάσω τη ζωή





Πέρα από τα όρια της ψυχής μου,
όπου οι βράχοι του πόνου,
κάνουν την επιβίωση μονοπάτι δύσβατο,
χορταριασμένα όνειρα,
ποδοπατημένα από τις απατηλές προσδοκίες,
αναζητούν την άκρη της μνήμης,
στη λήθη που κτίζουν οι απατηλές φωνές .

Η ζωή μου, σαν ανώνυμο κακό, 
στον ήλιο του μεσονυκτίου φαντάζει,
σαν να μην άρχισε ποτέ στα σοβαρά,
το ηθικό,  σαν λάθος ψηφιακό,
να δικαιολογεί όσα δεν δικαιούμαι να έχω,
η ιστορία μου τροφή του τίποτα,
επεξεργαστής  ξεπερασμένος. 

Τα φαντάσματα στα παράθυρα,
με τα δάκρυα της ελπίδας προσδοκούν,
το χθες στο σήμερα να φέρουν,
σ’ αυτούς που τα βράδια της ζωής,
στους  δρόμους  φοβισμένοι  τα  περνούν ,
ξέρουν, είναι ο θάνατος με ψυχή,
η ανωνυμία μέσα στη σιωπή χαμένη.

Ο ψίθυρος  των θηρευτών,
τις προσδοκίες μου κάνει πιστευτές,
όμως τίποτα δεν είναι αληθινό,
απ’ το παράθυρο των αναπνοών κοιτώ, 
ιστορίες ανθρώπινων προθέσεων,
που το πόλεμο θρέφουν της καταχνιάς,
αβάστακτος πόνος, μοιρασμένος με χαρά.

Δεν ζήτησα να ξεχάσω τη ζωή,
αλλά να τη ζήσω με αναρχική τιμή,
όμως το βουητό της δύναμης,
ζητά τους σφυγμούς μου να χρωστώ,
δανειστής της απαξίας μου,
με τύψεις να πληρώσω απαιτεί, 
με τις μελανές σκιές να ζήσω.

Στο αδέσποτο παρόν,
όπου η ανάγκη γίνεται ικεσία,
το σκοτάδι σιωπηλός συγκάτοικος,
στης λύπης μου την μοναξιά,
σε δρόμους τυφλούς με οδηγεί, 
εκεί όπου μαύρα πανιά σκεπάζουν,
της ζωής μου τις φθαρμένες εικόνες.



Δεκέμβριος 2011
AlexMil


 

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Σκέψεις της στιγμής

Τα άστρα αν σβήσουν στον ουρανό,
το χάραγμα είναι, μη το φοβάσαι,
στις τσέπες σου ψάξε βαθειά,
χαμένες σκέψεις ίσως να βρεις,
ξεφτισμένες κλωστές θα ψηλαφίσεις,
δέσε τις απορίες σου σ’ αυτές,
και πριν η ζωή αρπάξει τη ψυχή
από τη φθαρμένη σάρκα τρελαμένη,
σκέψου μια φανταστική στιγμή,
τη μικρή κλωστή με φόβο ν’ απορεί,
πως γίνεται το χρόνο να πιστεύεις,
κι αν με τη σιωπή  μόνο μπορείς,
γιατί τα πράγματα που δεν έμαθες,
τη πίστη δίδαξαν στην αγιοσύνη,
τότε, το παρόν σου για άλλη μια φορά,
στο παρελθόν ο χρόνος θα χει στείλει,

Αν τη άβυσσο βιώσεις με μάτια κλειστά,
δες, όνειρο αδιαπραγμάτευτο η ζωή,
μάταιο σαν απέλπιδα προσευχή,
γι αυτό, τους ψιθύρους μη φοβηθείς,
τις ρυτίδες σβήσε της πνοής σου,
και πριν η θλίψη ριζώσει στη ψυχή,
ο νόστος μη σε σταματήσει,
το δρόμο πάρε της διεγερτικής φυγής,
στης νύκτας την αόρατη μοίρα
με τους αγαπημένους στη καρδιά,
την αίσθηση της ελπίδας ακολούθησε,
τη γαλήνη της γνώσης ψηλάφησε,
κι αν η βία δεν σ’ αφήνει των ισχυρών,
το τοίχο να γκρεμίσεις μπορείς,
κάνε σφεντόνα τη μικρή κλωστή,
σ’ αυτήν την οργή σου διοχέτευσε.


Τα δάκρυα είναι η τιμή του εφήμερου,
φορές, την εξίσωση του πόνου επιλύουν,
όμως, τα ίχνη τους, αγκαθωτές κλωστές,
το δράμα σου ξανά υφαίνουν,
το τρόμο της ζωής σε υπενθυμίζουν,
γιατί, η επανάληψη της ενοχής,
είναι του χρόνου η τροφή,
που με την απρέπεια του φευγαλέου,
τις ζωές αφυδατώνει με υπακοή,
γι αυτό, μη γίνεις προσκυνητής,
στους τοξωτούς δρόμους του αβέβαιου,
την αμαρτία και τη χάρη απαρνήσου,
αυτούς των κερδισμένων πολέμων
που τη λογική σου έχουν διαφθείρει,
σε ντουλάπια πανδοχείου ξεχασμένου,
τη δυσώδη πνοή τους κλείδωσε.

Κι αν απ’ το βούισμα της απόγνωσης,
την Εδέμ σου δεν αναγνωρίζεις,
γκρέμισε της υπομονής το σκηνικό,
στο λαβύρινθο των προσδοκιών
την άδεια όρασή σου εξάσκησε,
στις φευγαλέες ματιές της αναμονής,
τη διαπλοκή του χρόνου αγνόησε,
γιατί, σημασία δεν έχει τι πήρες ή ζήτησες,
αλλά με τη ψυχή σου αν διεκδίκησες,
αν στα καρφωμένα βλέμματα του φόβου,
με το μοιρολόγι της ζωής που φεύγει,
εσύ, το αρχαίο χρόνο αψήφησες,
τη παραφροσύνη περιγέλασες,
τραγουδώντας τις αναμνήσεις της ψυχής,
χαϊδεύοντας τις σκέψεις που αγαπάς,
πετώντας τα όνειρα που ξηλώθηκαν.


AlexMil