Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Νο 349 (ρεαλιστικές σκέψεις από πραγματικούς ανθρώπους)

Νο 349 (ρεαλιστικές σκέψεις
από πραγματικούς ανθρώπους)

Ήταν η βροχή
που ξέπλενε τις σκέψεις μου
κι αυτός ο κωλο αέρας που διαβολεμένα φυσούσε,
ήταν φορτωμένος με σκόνη,
τη γνωστή, από ξένους και μακρινούς ορίζοντες,
θάμπωνε τις μορφές, τις σκιτσάριζε με την ομίχλη,
τις βρώμιζε και τις ομόρφυνε,
παράδοξο, έλειπαν οι λεπτομέρειες
και μου δίναν την αίσθηση του τίποτα και του πουθενά
και σε σκεφτόμουν•
ρουφώντας τη χλωμή ομορφιά σου,
οι γραμμές των αναμνήσεων συχνά με κουβάριαζαν
και το πέπλο της λήθης,
στο φόντο του σκοτεινιασμένου βάθους,
τώρα τελευταία, πολύ συχνά, πεινασμένες σκιές εμφανίζει•
είμαι κουρασμένος,
τα ίχνη εφήμερα στα νερά του ουρανού,
μου θυμίζουν τη πορεία μας,
λακκούβες βρώμικες και λέξεις ολισθηρές,
φουρτουνιασμένα κύματα με λασπόνερα,
που καταβύθισαν την αυγή και τη δύση της ζωής,
της ζωής των δυο μας•
είχε πολλά τρικ ο καμβάς της πορείας μας,
γεμάτος ομορφιά, μπερδευόταν με τις εντυπώσεις
και φορτωνόταν με χρώματα σκούρα και φιγούρες άσχετες,
κατάντησε στο τέλος,
να εκτίθεται σε βιτρίνες μπουρδέλων κι εμείς απ’ έξω,
σκιές πεθαμένες, να κολλάμε και το κρύσταλλο να θαμπώνουμε•
η ζωή μου,
σκέψεις με δάκρυα και ένα μάτσο από ευαισθησίες,
σε ένα σώμα μέτριο και γερασμένο,
χαρτογραφημένη για να σ’ αγαπά παντοτινά,
μια φαντασμαγορία του μυαλού μου με εικονογραφημένες αιωνιότητες:
λέξεις πόρνες,
σε σκέφτομαι πολύ από τότε που έφυγες από τη ζωή μου,
πάντα έλεγα, το θυμάσαι;
δεν με ενδιαφέρει ο εαυτός μου,
σου τον χαρίζω, αρκεί να σε σώσω, αν πότε χρειαστεί:
αυτή είναι η αγάπη, θυσία και αυτοθυσία,
οτιδήποτε άλλο είναι εγωισμός,
γελούσες και ρουφούσες με πάθος την αναπνοή μου ,
ήξερες πως θα το έκανα και αυτάρεσκα με προκαλούσες
και κυνηγιόμασταν,
στις στενόμακρες αμμουδιές του ποταμού,
εκεί έξω από τη Σαλονίκη,
τότε που τα βράδια, παίζαμε με τον άνεμο της ξενοιασιάς
τα ερωτικά μας παιγνίδια•
από τότε,
πέρασε πολύ καιρός και ο αέρας επιδεινώθηκε,
οι σταγόνες: ερινύες, το σώμα μου τιμωρούν,
αλλά προχωρώ, με το βάρος σου να είναι δυσβάσταχτο,
γερασμένος ναι,
αλλά πίστεψέ με ευτυχισμένος
κι όταν φτάνω στο τέλος του προορισμού, όπως τώρα,
για να εξαφανιστώ τη νύχτα στην ερημιά της εικονικής μου ζωής,
ξέρω πως αύριο πάλι,
στο κέντρο της πόλης θα σε αναζητώ,
στο πλήθος και τις φωνές,
με ξεραμένα τα χείλη από τις αγχωμένες μου αναπνοές•

AlexMil 03-07-2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: