Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Φιγούρες μαρμάρινες




Απαντήσεις δεν μου έδωσαν,
παρακάλεσα αλλά γέλασαν,
με κοίταξαν με περιφρόνηση,
με τους φόβους μου έπαιξαν.  

Ήμουν ντυμένος αλλόκοτα,
με τη κακομοιριά μου έπαιζα,
της ζωής μου τη τραγικότητα,
με ρούχα κλόουν τη κορόιδευα.

Φιγούρες ήταν μαρμάρινες,
από τη ψυχή μου ξέφυγαν,
με τη πάχνη σκεπασμένες,
με κοιτούσαν και ανατρίχιαζα.  

Στο τέλος όμως ήμουνα,
τον κλόουν στην πυρά έριξα,
απ’ το φεγγίτη της ζωής πήδηξα,
γυμνός στο σεληνόφως χάθηκα.



AlexMil 07-12-2012

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Με όρους ζωής και επιβίωσης



 
Το δίκαιό μου ζητούσα ήσυχα,
με συγκατάβαση μ’ ακούγανε,
πεινάμε τους έλεγα επίμονα,
κάντε υπομονή με καθησύχαζαν.

Τα βάσανα είναι η τιμή της ηθικής,
το υπονοούν συνεχώς οι ισχυροί,
υποτάξου για να σωθείς μας λένε,
άλλοι από σένα, χειρότερα είναι. 

Μας αλλοτριώνουν με εκβιασμούς,
έχουν έτοιμους και τους εχθρούς,
με το φόβο μας χειραγωγούν,
με τα φερέφωνα τον λογικεύουν.

Άρχισα να τους είμαι ύποπτος
όταν για τη πείνα μας επέμενα,
με τσάκισαν με τα διλήμματα,
στο τέλος, εχθρός τους έγινα.

Γι’ αυτό και τους πολέμησα,
τα παιδιά μου δεν θα θυσίαζα,
με όρους ζωής και επιβίωσης,
τη τροφή διεκδίκησα και κέρδισα. 



AlexMil 6-12-2012





Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Ο τοκογλύφος




Με κτυπούσαν με αδιαφορία,
βλέμματα θολά, βρώμικες κραυγές,
από τους πόρνους  του τοκογλύφου
στο κλουβί της τιμωρίας μου.

Στο ματωμένο δάπεδο σερνόμουν,
ξερνούσα με αίμα το πόνο μου,
βογκούσα για την ταπείνωση,
μ' έφτυσαν αφού με βίασαν.

Κουλουριάστηκα  για τη ζωή,
μήπως και το θάνατο ξεγελάσω,
όμως ένας απ αυτούς  γέλασε,
με κλωτσιά το κρανίο μου έσπασε.

Ο ήχος από το αίμα που έσταζε,
τα τρωκτικά του υπονόμου ξύπνησε,
τo ασήμαντο κορμί μου μύρισαν,
οι ορδές τους με σκέπασαν.   

AlexMil  04-12-2012

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Εναν ακόμη άγνωστο





 Όταν τα μάτια μας ζευγάρωσαν,
η συμφωνία είχε υπογραφεί,
στο σκοτάδι των άνομων ορέξεων,
με αίμα το πάθος θα ξεδιψούσαμε.


Εκείνο το βράδυ με τη καταχνιά,
παρθήκαμε βρώμικα , ερωτικά,
κι έπειτα,  το μίσος μας  οπλίσαμε
και με τη ζωή του τον τιμωρήσαμε.


Το ρυάκι από το αίμα κοκκίνισε,
στον φανοστάτη σαν φλέβα έμοιαζε,
ήταν που τα άψυχα  τον θάνατο,
δεχόντουσαν  σαν ανταμοιβή.


Στο ερειπωμένο ξωκλήσι μείναμε,   
το αίμα με χάδια καθαρίσαμε,
την έξαψη σβήσαμε κλαίγοντας,  
έναν ακόμη  άγνωστο θυσιάσαμε.





AlexMil  03-12-2012

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012


Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Οι θολές λέξεις





Οι λέξεις θολές, πνιγμένες στο ερωτικό,
την ηδονή, βρώμικα απαιτούν απ’ το κορμί,
και τα υγρά, πρόστυχα και γευστικά,
τα σώματα  βίαια ωθούν όλο και πιο βαθειά.

Στη σκοτεινή γωνιά  συμβαίνουν όλα αυτά,
από τη ντροπή της απιστίας ερεθισμένοι,
λέξεις  φτύνουμε προσβλητικές, 
σπέρμα και αίμα χύνουμε αγριεμένοι. 

Έπειτα, οι λέξεις  γίνονται  σιωπηλές,
από το δέρμα  την ηδονή  σκουπίζουμε,  
σκοτώνουμε  τη μυρωδιά των υγρών,  
και στο σκοτάδι ταπεινωμένοι χανόμαστε.

Ο αρουραίος από τη τρύπα του ξεπρόβαλε,  
και το κοράκι από τη καμινάδα  κατέβηκε
τα υγρά του πάθους φονικά διεκδικούν,
με απληστία και φθόνο τα καταβροχθίζουν.  



AlexMil   01-12 -2012








Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Ο φόβος που ούρλιαζε



Γονάτισα, δεν άντεχα,
η στέρηση με τρέλαινε,
σαν παράσιτο το αίμα μου,
τις φλέβες μου έτρωγε,
ο φόβος με ούρλιαζε,
σάλια και πόνος έτρεχαν
το σώμα  μου ταπείνωναν,
έτρεμα, το χώμα μ’ έπνιγε.

Σηκώθηκα κλαίγοντας,
η μνήμη και πάλι ερχότανε,
ο πόνος τότε σκουλήκιαζε,
πιο σαρκοβόρος  γινόταν,
το δηλητήριο  στη ψυχή,
φώλιαζε και πυορροούσε,
τους αγαπημένους πρόβαλε,
γελαστούς, ξεθωριασμένους.

Τρικλίζοντας περπάτησα,
η  αποστροφή των άλλων,
ουδόλως  μ’ ένοιαζε
όταν για τη δόση έψαχνα,
το χέρι της μάνας μου
φανταζόμουν πως έπιανα,
φευγαλέες αναμνήσεις,
που το μυαλό μου μάτωναν.

Στη πρέζα και πάλι έπεσα,
μέχρι προχθές το πάλευα,
όμως το σώμα δεν ηρέμιζε,
οι ντίλερ με βρήκανε,
στο κλουβί της σκόνης
σαν αγρίμι με πετάξανε,
τη λύτρωση εκλιπαρούσα,
στο θάνατο που ερχότανε.



AlexMil 30-11-2012




Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Βαρέθηκα να λυπάμαι


Στο τέλος του δρόμου τη συνάντησα,
με σκόνη την απελπισία της έκρυβε,
ρυτίδες τα κουρελιασμένα ρούχα της,
με κοίταξε, την ευδαιμονία μου έφτυσε.

Βαρέθηκα ποια να λυπάμαι,
στο σκοτάδι την προσπέρασα,
όμως, κάποιος με σταμάτησε,
δεν με λυπήθηκε, γελώντας με σκότωσε. 


 
AlexMil 29-11-2012