Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Το αστρόπλοιο της μοναξιάς


Σκοτεινά παράθυρα και από μέσα φιγούρες λευκές, αυτόφωτες
να κινούνται αργά,
μαριονέτες, στο θέατρο ποιος ξέρει ποιας ζωής,
να κοιτούν αλλά να μη βλέπουν,
άνθρωποι, στου χρόνου τις μοναχικές φυλακές
σύντροφοι της αναμονής με προορισμό το πουθενά.

Είναι οι άλλοι, εσείς, εγώ, στη διάσταση του φόβου,
της αρχής και του τέλους,
αναλώσιμα φυσικής επιλογής,
μιας αλήθειας που τρομοκρατεί,
που δημιουργεί, θεούς, δαίμονες, αγίους, προσευχές.

Στην άλλη πλευρά, στο σκοτάδι του λευκού
η συνείδηση των πραγμάτων, των καθημερινών,
τα όμορφα και αγαπημένα της ψυχής
οι μνήμες των αισθημάτων και των αισθήσεων,
όλα,
νοσταλγικά καρέ του έργου της ζωής,
προβολές μοναξιάς στο σινέ του πεπρωμένου.

Και η ελπίδα, σαν καθεδρικού ναού επιγραφή,
την ασφάλεια υπόσχεται,
τη πίστη στη κόλαση και το παράδεισο προσφέρει,
με ύμνους ικετεύει / τι ταπείνωση αλήθεια,
και ανταλλαγή ζητά, με της συγχώρεσης τα κέρματα.

Το χθες, το τώρα, το αύριο, μαχαίρια στη καρδιά γίνονται
και η ελπίδα,
μέσα από τις ανεκπλήρωτες των εκπροσώπων υποσχέσεις,
τη μοναξιά γεννά.
Με το χρονομέτρη των στιγμών,
τους ήχους της ζωής υπόκωφους τους κάνει
και μετρά και ξαναμετρά το χρόνο που απομένει.

Αλλά στο κάστρο της ζωής,
του πεπρωμένου η λατρεία δεν είναι υποχρεωτική.
Της ψυχής η δύναμη και η γνώση,
μπορεί τη μοναξιά,
στο πέτρινο δώμα της αναμονής να ξαποστείλει,
το πέρασμα του χρόνου,
με τη μαγεία της συνείδησης να περιφρονήσει,
και το πάθος,
με τη δύναμη των συναισθημάτων να απαιτήσει.

Και εσύ άνθρωπε που είσαι μόνος
όχι γιατί το θέλησες εσύ αλλά κάποιοι άλλοι
άνθρωποι ή θεοί δεν έχει σημασία,
που τη ζωή από κάποια στιγμή ως προθάλαμο αναμονής βιώνεις
σκέψου πως και οι άλλοι σαν εσένα είναι,
και ακόμη χειρότερα,
αν θύματα της βίας των δυνατών “πιστεύω” είναι.

Γέλα λοιπόν,
τρέξε στους χωματόδρομους με τα χρυσαφένια αλώνια
άσε τον άνεμο, το σώμα σου να σμιλεύσει
άκου τους ήχους της θάλασσας ταξίδια μακρινά να διηγούνται
ζήσε με πάθος και ρυθμό του χρόνου τις στιγμές,
ακόμη και αν πονάς,
γίνε παλιάτσος της αναξιοπρέπειας
πέταξε το πέπλο της υποταγής
και της τιμωρίας το φόβο,

γιατί ξέρεις κάτι, θα σου πω το μυστικό,
τα μόνο που χρειάζεσαι είναι να αμφιβάλεις και
με πάθος να ερωτεύεσαι,
για να μπορείς στο χρόνο να ταξιδεύεις
και τη μοναξιά στη σελήνης τη σκοτεινή πλευρά να κρύβεις.
Μπορεί να πονάς,
αλλά τουλάχιστον δεν θα σταματήσεις να ονειρεύεσαι.

Και ο χρόνος που περνά,
το κόσμο σου όλο και πιο ξένο θα κάνει
και εκεί στο τέλος της ζωής πριν τη πόρτα ανοίξεις,
μη φοβάσαι, το τίποτα πόνο δεν προξενεί
αλλά και την ελπίδα σου μη σκοτώσεις,
δεν έχεις κάτι να χάσεις,
μπορεί αυτούς που τόσο αγάπησες και αγαπάς εκεί να συναντήσεις.

Γιατί αν η ζωή δεν είναι με συνείδηση απάτη
τότε η μοναξιά της ψυχής μπορεί να είναι το αστρόπλοιο της παντοτινής αγάπης.


Απρίλιος 2009

AlexMil

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Η υπαρξιακή μοναξιά


Ο άνθρωπος στη πραγματικότητα είναι μόνος στη ζωή του.

Όπως και να το κάνουμε όλα είναι προσωπική υπόθεση, η γέννηση, ο θάνατος.
Ευτυχώς όμως γιατί η ζωή μας θα ήταν κόλαση, τη αλήθεια αυτή τη καταχωνιάζουμε στα εσώψυχά μας, τη παραπλανάμε, τη μεταπράτουμε σε διάφορες μεταφυσικές αλήθειες.

Να όμως που υπάρχουν στιγμές που η μοναξιά κάνει την εμφάνιση της, άνθρωποι τριγύρω μας και εμείς να αισθανόμαστε έξω απ’ όλα, μόνοι, μετέωροι, αβοήθητοι, χωρίς σκοπό και προορισμό.
Το βάρος της υπαρξιακής μοίρας, γίνεται αισθητό, σαν μια επώδυνη φάρσα της ζωής, συχνά σε μέρες γιορτής και χαράς των ανθρώπων.

Και δεν μιλώ για τη φυσική ατομική μοναξιά αλλά κυρίως αυτή της ψυχής.

Πόσοι από εμάς δεν έχουν αισθανθεί τη πίκρα , την απελπισία, τις παραμορφώσεις που δημιουργεί, αλλά και τις αλήθειες που ξεκαθαρίζει.

Για τη υπαρξιακή μοναξιά, τα αισθήματα που δημιουργεί, το πόνο για τα αγαπημένα, θα περιγράψω με στίχους στο επόμενο post

AlexMil

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Αγάπης εξουσία


Προχωράω με δυσκολία,
η μάσκα της απελπισίας που φορώ,
φτιαγμένη από πλαστικό μεταλλαγμένο με της ψυχής μου τις ίνες,
μου τη ‘δωσαν στη πύλη της πόλης της πληρωμής,
της πόλης με το ματωμένο ήλιο,
γελωτοποιοί, καθώς πρέπει εκπρόσωποι της δημόσιας τιμωρίας,
για να μη μπορώ μου ‘παν,
τις αναμνήσεις μου να σβήσω με της λήθης τη σκόνη
,
που άνεμοι τυμβωρύχοι μεταφέρουν από τόπους αυτόχειρων ψυχών.

Η μνήμη
Στον ατέλειωτο δρόμο της υποταγής,
σύριγγες απόβλητων υγρών,
εξαρτήματα φοβο- μηχανισμών,
της κεντρικής επιτροπής σκέψης και συναισθημάτων
με ακολουθούσαν,
και με φιδίσιους προσπαθούσαν ελιγμούς,
στο κορμί μου το πόνο χαμένων ονειρεμάτων να διοχετεύσουν.
Δεν ήθελαν να ξεχάσω, το μπορούσαν, το πετύχαιναν,
τη ψυχή μου φυλάκιζαν σε υπονόμους με αγαπημένες προβολές,
και με ήχους rock and roll το σώμα μου διαμέλιζαν.

Σουρεαλιστική εκδοχή του πόνου της σιωπής
μάτια να κατρακυλούν, από τις κόγχες να έχουν δραπετεύσει.,
νευρώνες του μυαλού τα πόδια να ‘χουν μπλέξει,
τα σωθικά, πλοκάμια αρπακτικού, να έχουν ξεφύγει από του σώματος τη φυλακή
και τη καρδιά να κυνηγούν, το αίμα της για να δωρίσουν,
ήταν η πληρωμή,
για να μπορεί η μνήμη για ακόμη μια στιγμή τη ψυχή μου να βασανίζει.

Ο φόβος
Ήταν τότε που ο φόβος με είχε φυλακίσει.
Στο κάστρο της ζωής, στις τρύπες της ανυπαρξίας την ύπαρξή μου πέταξα,
την έδωσα για πληρωμή στης αλαζονείας τη κόρη,
για να μπορώ / μόνο να μπορώ άνθρωποι
μαζί της για λίγο κάθε τόσο να υπάρχω.

Πως μια ψυχή μπορεί να βυθίζεται στους ήχους της σιωπής;
πως μπορεί λεπίδες προσβολής κομμάτια να τη κάνουν,
σκορπίζοντας τα εδώ και κει στο δάπεδο της ανυποληψίας
και αυτή να επιμένει,
ηττημένη και ταπεινωμένη να επαιτεί,
ένα χάδι, τη γλυκιά ματιά της;

Φαίνεται, μεσαιωνικά φρικιά,
κάποτε της ψυχής μου τη πνοή από τη σύντροφο αγκαλιά άρπαξαν,
και σε μεταπρατικά πιθάρια τη φυλάκισαν,
για να τη δίνουν όποτε ο χρόνος το ζητά,
στο νέο κάθε φορά κορμί μου.
Κι αυτή, αλαφιασμένη,
πάνω στις πολεμίστρες του κάστρου της ζωής, να τρέχει, να αναζητά
και παραπλανημένη τις περισσότερες φορές,
να υπομένει της πίστης την απατηλή αλήθεια.
Φοβισμένη ψυχή,
ήχοι του χρόνου σε παρέσυραν να ανασηκώνεις τα λάβαρα της υποταγής,
στο φόβο της απώλειας , στην εξουσία μιας ψευτο ηθικής

Η προσπάθεια
Η ιστορία της ζωής, πολλές φορές τιποτένια καταντά,
ο φόβος, ανθρώπους της σκιάς μας κάνει,
αλλά δεν γίνεται αλλιώς,
τα τρομαγμένα ουρλιαχτά, τα πονεμένα δάκρυα,
που αυλακώνουν τη ψυχή και το σώμα ρυτιδιάζουν ,
κάποια στιγμή σταματούν,
η ανθρωπιά, το υπέροχο δώρο της ζωής
εκεί στην έρημο του ματωμένου ήλιου,
τη μνήμη είναι υποχρεωμένη να νικήσει.

Ακολούθησα τα ίχνη,
τροπαιοφόροι προστάτες των ταπεινών,
το φόβο να σβήσουν προσπάθησαν,
τη μάσκα μου έβγαλαν και της λήθης τη σκόνη ανέπνευσα,
τον ήλιο οδήγησαν, με τις λόγχες τον τρύπησαν
και το αίμα του βροχή έγινε που το φόβο μου έπνιξε.

Ο πόνος
Στη πόλη της πληρωμής ο δρόμος δεν έχει τελειωμό
Η ακίνητη ένταση του ανεκπλήρωτου την απελπισία κάνει πιο ασφυκτική
και η γεύση της σκόνης από τα διαλυμένα σωθικά,
το πόνο κάνει να φαντάζει εμετικό.
Ο φόβος δεν υπάρχει πια, κατακάθι στη μνήμη κατέληξε,
και η λήθη,
μολυσμένη από τις σύριγγες των απόβλητων υγρών
στα ερειπωμένα καφενεία των χαμένων ψυχών γυροφέρνει,
την εικόνα της προβάλλοντας κάθε τόσο στους λιγδιασμένους τοίχους,
εικόνισμα χωρίς ανθρωπιά.

Το μόνο που μένει είναι η ζωή σαν τσαλακωμένα τραπουλόχαρτα,
η τιμωρία, για αυτά που τόλμησα, για αυτά που ονειρεύτηκα
και τα παρθενόμορφα να γυροφέρνουν,
αυτά που την ανθρωπιά στα εικονίσματα μόνο του θεού τους βλέπουν.

Απρίλιος 2009

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Εξουσία και αγάπη


Η δυσκολία να κατανοήσουμε την εξουσία, όχι τόσο στην άσκηση της, όσο στην ουσία της, πηγάζει κυρίως από το γεγονός ότι είναι ενσωματωμένη σε κάθε πράξη μας, ατομική, συλλογική, προσωπική, κοινωνική, οικονομική κ.λ.π.
Αυτή είναι και η μεγάλη της δύναμη. Κρυμμένη στις δραστηριότητές μας , είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κατανοήσουμε την βία που εμπεριέχει , το πως την εμφανίζει και κυρίως το πώς μας επηρεάζει με δραματικό τρόπο έμμεσα και άμεσα.

Εδώ και πολλά χρόνια με απασχολεί η κατανόηση της, κινούμενος
ιδεολογικά και με ανάλογη πολιτική και κοινωνική δράση στο χώρο της αντι εξουσίας.

Δίνω ένα ορισμό της εξουσίας: είναι η άσκηση βίας οποιασδήποτε μορφής ή έντασης, που αποσκοπεί στον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του ανθρώπου, ως ατόμου ή συνόλου, για την επίτευξη κάποιου σκοπού. Σημειώνω πως είναι ιδιαίτερα δύσκολος ο ορισμός της, και στη ανάλογη βιβλιογραφία θα βρείτε πολλούς. Πάντως, η έννοια της βίας είναι το κλειδί για τη κατανόησή της.

Όλοι /ες ξέρουμε τι σημαίνει βία. Όμως κυρίως τη ξέρουμε στην «καθαρή» μορφή της. Καταλαβαίνουμε όλοι τη σωματική βία, αλλά δυσκολευόμαστε να την διακρίνουμε στις άλλες μορφές της. Η έννοια της βίας έχει σχέση με την επιβολή, δηλαδή με τη δύναμη που ασκείται, φανερά ή καμουφλαρισμένα για την επίτευξη του σκοπού. Κατά συνέπεια μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε την τεράστια ποικιλία μορφών που έχει στη ζωή μας. Οτιδήποτε μας ετεροκαθορίζει, όπως τα στερεότυπα, η ηθική, τα πρότυπα κ.λ.π. είναι βία, τις περισσότερες φορές ήπια καμουφλαρισμένη και ίσως πιο επικίνδυνη.

Το στοιχείο που κάνει την εξουσία πιο εκλεπτυσμένη στην εφαρμογή της είναι ο φόβος. Η βία του φόβου είναι η απόλυτη εξουσία. Τα καθεστώτα στις διάφορες εποχές διαχειρίστηκαν την εξουσία διαχειριζόμενα το φόβο των υπηκόων τους.

Αφορμή για αυτά τα λίγα περι εξουσίας είναι ότι αυτό το καιρό γράφω στίχους που διαπραγματεύονται τη σχέση αγάπης και εξουσίας μέσα από προσωπικά και όχι μόνο βιώματα, και κυρίως τη
διαχείριση του φόβου της απώλειας της αγάπης, που κάνει τον ένα εξουσιαστή και τον άλλον εξουσιαζόμενο.

Η δημοσιοποίηση των στίχων στο επόμενο post.

AlexMil

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Ο βιολιστής



Οι ήχοι βιολιού λίγο παράφωνοι με συνάντησαν καθώς περπατούσα σε κάποιο κεντρικό δρόμο της πόλης. Τον είδα στο βάθος καθώς πλησίαζα, ψηλός, αδύνατος, με άσπρα γένια, μεγάλης ηλικίας. Επιβράδυνα το ρυθμό μου, προσπαθώντας να αναγνωρίσω τον ήχο που το δοξάρι του έπαιζε, παρατηρώντας τον στα γρήγορα και με τη ενοχή του μπάσταρδου που νομίζει ότι είναι ευαίσθητος, το προσπέρασα, επιτάχυνα λίγο πιο κάτω έστριψα, και ο ήχος χάθηκε..
Ένα γεγονός που μου έδωσε το έναυσμα για τους στίχους στη συνέχεια.



Ήχος οξύς, δυνατός, λίγο φάλτσος
από το βάθος της προοπτικής του δρόμου που περπατώ έρχεται,
πλησιάζω, παίζει βιολί,
σκυμμένο το κεφάλι, με το βλέμμα κρυμμένο στις κόγχες του πουθενά
και το σώμα τσαλακωμένο σαν άχρηστο για πέταμα χαρτί.
Η εικόνα του,
ρυτίδες της απογοήτευσης, αύρα μιας δύσκολης ζωής.

Επιβραδύνω,

θέλω την ματιά του να διακρίνω μέσα στου θορύβου της πόλης τη σιωπή,
για να μάθω,
γιατί τα όνειρα στους δρόμους της ζωής του δεν μπόρεσε να συναντήσει.

Δεν είναι βιρτουόζος, αλλά αυτό έχει σημασία;
παίζει για τη ζωή, για τα χρόνια που απομένουν,
για τα χρόνια που έφυγαν,
παίζει, για μας, για τους αγαπημένους του,
ίσως για αυτή που δεν μπόρεσε να έλθει.

Βλέπω στο γέρικο κορμί, ακόμη της νιότης του το πάθος,
Στο ταξίδι της επιβίωσης η αναγνώριση φαίνεται δεν ήρθε,
κέρδισε όμως μια θέση στο πεζοδρόμιο της ζωής / τη καλύτερη,
με σύντροφο, τις αναμνήσεις της ψυχής.

Νομίζω πως με κοιτά,
τον κοιτώ,
ναι, παίζει για μένα.
Οι νότες , φωτεινές ακτίνες τη ψυχή μου διαπερνούν
και τις ιστορίες του με διοχετεύουν.
Αυξάνει το ρυθμό, το κορμί του συσπάται, πονά,
αλλά δεν ζητά,
προσφέρει την παράσταση της στιγμής,
και ανεπαίσθητα με χαιρετά,
είμαστε μόνοι σαν να μου λέει, και μη πονάς
ακολουθούμε όλοι μας,
εσύ εκεί, εγώ εδώ
τη χωρίς νόημα πορεία της ζωής,

Προσπερνώ,
μέσα μου η στεναχώρια της στιγμής,
σε σιωπής χαιρετισμό μεταμορφώνεται.

Στο μυαλό μου ανεμοστρόβιλοι αρχίζουν να θορυβούν,
και η πίκρα αδυνατώντας να εξαγνιστεί,
τη μάσκα της οργής φορά,
στριφογυρίζει

και σαν πνοή διαλύεται σε μια επόμενη στροφή,
απ’ αντίρροπες του συμβιβασμού δυνάμεις.

Ο μόνος ήχος που μένει είναι η σιωπή των ψυχών,
και ο ψίθυρος του βιολιστή, ο αντίλαλος.
Συνεχίζω να περπατώ στα αχνάρια της ζωής,
του βιολιστή τα ίδια,
και οι κραυγές χωρίς φωνή,
των ψυχών η απόγνωση,
να με τρομάζουν συνεχίζουν.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Pollock


Είναι η στιγμή που το υγρό, το μυαλό αρχίζει να ερεθίζει
και τη ψυχή στο χώρο των αποσκευών εναποθέτει,
είναι η στιγμή, που στην ακοή δίνει τη παραμόρφωση της πολύχρωμης χοάνης
και στης ευθυμίας τη φωνή, του τηλεβόα την παράφωνη οκτάβα.
Και η όραση που τη φύση της αψηφάει,
τα όμορφα προσπαθεί να διαπεράσει,
για να δει στην άλλη τους πλευρά,
εκεί όπου τα υγραμένα χείλη στο ρινγκ της προσμονής παλεύουν,
αν έχουν πέσει της προκατάληψης τα τείχη.

Είναι ο χρόνος που για τη στιγμή,
τους πολύχρωμους πιτσιλιστούς καμβάδες του εμφανίζει
και το ερωτικό στα μπαρ της παραλίας ελευθερώνει.

Σαν μισοσκόταδο ενός άλλου κόσμου,
όπου όλα είναι συμπλέγματα ιχνών
τα σώματα συντονισμένα απ’ του υγρού τους λασπωμένους ρυθμούς,
τις τρελαμένες ψυχές
αναζητούν ,
τις ψυχές που σε άλλους χρόνους με αυτές συγκατοικούσαν.

Είναι η αύρα της επιθυμίας, ανακατεμένη με τους καπνούς των σωθικών
και τους φιλήδονους αναστεναγμούς της προσμονής,
που φαντάζουν τα απέναντι μάτια να είναι σαν τα δικά της.

Ψάχνω τη ψυχή της, το σώμα που της αρέσει,
αναζητώ τις κινήσεις της, τη μυρωδιά της,
στους χυμούς της ελπίδας νομίζω πως τη βλέπω,
εκεί στις αντανακλάσεις του δαπέδου,
τις
πλεγμένες πινελιές φαντάζομαι να αποσπώνται
και περιστρεφόμενες τη μορφή της να μου προσφέρουν.

Γυρνώ προς τη πλευρά σου κορίτσι του μπαρ,
κουρασμένη, αλλά ξέρεις την επιτήδευση να προσφέρεις.
Κινήσεις κορμιού, αποκαλύψεις λίγο πιο κάτω από τις γραμμές του επιτρεπτού,
αδιόρατες ιχνηλατήσεις, αυτών που δεν πρέπει,
με τατουάζ στα όρια του φωτεινού να διαπερνούν τις ορμές με πύρινα της κόλασης κοντάρια,
είσαι αυτό που θέλουν, όχι για όλους, για τους επιλεγμένους μόνο.

Πόσα μου θυμίζεις,
σου ζητώ ακόμη ένα ποτό, το τελευταίο,
με κοιτάς,
για μια στιγμή η ματιά της μέσα στα μάτια σου ανταυγίζει,
ξέρω είναι η ποτισμένη με το υγρό θλίψη,
που εύκολα τα τυχαία σε επιθυμίες τα μεταμορφώνει,
αλλά μου αρκεί,
ξέρω ότι είναι η στιγμή που την εισπρακτική τη μηχανή,
με τη ψυχή μου θα τροφοδοτήσω,
αν θέλω μαζί σου τη βραδιά μου να περάσω.


Φεύγουμε, τη τσοπερ οδηγώ,
Στους ήχους των Steppenwolf και του Born to be Wild μαρσάρω,
θέλω πριν ξημερώσει εκεί στη παραλία τους μπίτνικ του 60 να συναντήσω,
γύρω από τη φωτιά για να χορέψω,
με σένα αγαπημένη ψυχή, τους χορούς των άστρων και των αιώνιων δεσμών,

για να πιστέψω για άλλη μια φορά,
τις αμφιβολίες στην άμμο να εξαφανίσω,

και τις τζούρες του τσιγάρου από τα χείλη σου να απολαύσω.

Ως την επόμενη βραδιά,
που η ψυχή σου κάποιο άλλο σώμα θα κατακτήσει,
κάποια άλλη μορφή θα πάρει.

Μάρτιος 2009