Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ν’ αγαπά μπορεί ακόμη



Πεινούσε,
σε σκουπίδια σκάλιζε απεγνωσμένα,  
στη νεκρή ζώνη μιας πόλης,
στη χωματερή εδέμ της,

ίσως της δικής σου φίλε,   

τη παραμονή του διεκδικούσε,
τη θλιβερή ζωή του,  
που επιδειξίες της αδιαφορίας
ανίατα δαιμονολογούσαν

και τη σκεπτόταν,
πεινασμένη ήταν κι αυτή,
ρουφηγμένη εικόνα χωρίς πνοή,   
κορμί με χαραγμένους λυγμούς
από σκόνη  χωρίς δάκρυα,
που λίγο πιο πέρα  ανακάτευε λαχανιασμένα,
το πολύτιμο να βρει
στων χορτάτων τ’ αποφάγια.

Ανθρώπινες ψυχές βασανισμένες,
σαν βγαλμένες,
από εγχειρίδιο απρόβλεπτων λαθών
το τρόμο της ψυχής τους,
μέσα απ’ την αγάπη διαλύουν,
σκουπιδόμορφους θεούς
κατ εικόνα τη ζωής τους
στο μυαλό τους φτιάχνουν,  
για να μπορούν όταν ψηλά κοιτούν
να απαντούν χωρίς υπεκφυγές,
με τα βασανισμένα εγώ τους.

Σε αγαπώ της ψιθυρίζει τρυφερά,
και τα εξορισμένα δάκρυα,
αιμάτινα απ’ το πολύ καιρό,
ξανάρχονται με αποχρώσεις οργισμένες,   
στη βίβλο των ανθρωπόμορφων θεών
κατρακυλούν,
κάτω από τα σκουπίδια
ακόμη πιο βαθειά τη σπρώχνουν.

Με τα ξεραμένα χείλια της,
ένα φιλί του δίνει αμοιβαίο,
να  αγαπά μπορεί ακόμη
κι αυτή του ψιθυρίζει,
στο χαροπάλεμα των σκουπιδιών,
αυτό μόνο την κάνει ευτυχισμένη

Κι άλλοι πολλοί,
στα σκουπίδια άγρια αναζητούν,
εκτοπισμένα σκυφτά σώματα,
του λαίμαργου πολιτισμού θυσίες,
σε τελετουργικά θανάτου καθημερινού,   
με πολλαπλούς κοφτερούς πόνους,
ψυχικά σπέρματα κατεστραμμένα,
και σωματικά αρρωστημένα,
λιγδωμένα από δαίμονες και εφιάλτες,
σκονισμένες στιγμές,
όλοι τους σε μια αισχρή πορεία,
μιζέριας και επιτρεπτού θανάτου.   

Στα πεινασμένα τους όνειρα,
η νέμεση των χορτασμένων,
σε λαϊκή αχόρταγων βρικολάκων
την αγάπη τους εκθέτει,  
από οριζόντια λαιμητόμο τη περνά,
ένα με τα σκουπίδια να τη κάνει θέλει,
όμως, κανείς δεν ζει χωρίς αγάπη,

και στης χωματερής τη θρηνωδία,  
όπου το άχρηστο στάζει θολωμένο αίμα,
ο έρωτας με μαγικούς τρόπους ανθίζει,
το χάδι σαν χρήσιμο σκουπίδι,
έστω για λίγο τη πείνα εκφυλίζει,
και τις ψυχές τους από το άλγος,
με δάκρυα αγάπης  ανακουφίζει.



AlexMil   Οκτώβριος 2009

Υ.Γ. Ο πρώτος πίνακας είναι του Rene Magritte με τίτλο "the lovers" και ο δεύτερος του De Chirico με τίτλο "The Nostalgia of the infinite", αφιερώνονται εξαιρετικά και αντίστοιχα στις  φίλες Patatula και Penthesileia.
 Βέβαια,  αφιερώνονται επίσης,  σε όλους τους φίλους και φίλες μου μπλόκερς με πολύ -πολύ αγωνιστική αγάπη.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Άνδρας με άποψη


Πόσο τη γουστάρω,
φοράει το τίποτα
και με μάτια λιγούρικα,
με κοιτάζει  ξετσίπωτα,
κουνιέται πέρα δώθε
με μοντελέ κουνήματα,
ρουφώντας  λαίμαργα
σε ενσταντανέ βρώμικα,
το καπιτονέ βάρβαρο,
ένα μάνατζερ,
με καμπριολέ σαράβαλο.   

Το ξέρω,
είμαι τέλειος,
αποζάριστος και ανέμελος,
ένας κλοσάρ,
σαν παπάς παίδαρος,
αναμμένος και πρόθυμος
από εξομολογήσεις ένοχος,
με σέξι μετρητά,
από πωλήσεις νόμιμες,
λιγούρης για ηθικές,
αλλά μπαρόβιες γκόμενες.

Το μαλλί τινάζω ατίθασα,
τα φυλλάδια  που μοίραζα,
πριν λίγο τελείωσα,
και με το κολλητό
το Ζάχο το ξανθό,
χαριτόβρυτο και κουνιστό,
στο μπαρ,
με τα φούξια τα καρέ
βρεθήκαμε.
Την είδα,
και τις σάχλες άρχισα,
μάγκικα ρούφηξα,
φιλήδονα ξύστηκα
και με  στυλ ειδήμονα,
τη πλησίασα.

Το παπάρα,
με μια κλωτσιά ξαπόστειλε,
στου Ζάχου την αγκαλιά τον έστειλε,
με άρπαξε από τα μαλλιά
και με γονάτισε,
με λύτρωσε,
το στερημένο μου μάτι,
το τρέλανε,
σηκώθηκα,
και ακομπλεξάριστα,
τσιφτετέλι
με ροκαμπιλιές της χόρεψα.

Την άρπαξα,
το ανατομικό μου αγκάλιασμα
τη πόνεσε,
η βλαμμένη μου ματιά,
από το πάθος που άναψε
την ερέθισε,
με σικ το στριγκάκι μου έπιασε
και κατατρόμαξε,
τον ήθελε,
και σαν ξετσίπωτη βαμπ,
αμπαλάζ μ’ έκανε
και στη καρότσα του αγροτικού
με πέταξε.

Με αποτρίχωση ριζική
μ’ ερέθισε,
αφού πρώτα,
χειροπέδες με πέρασε,  
δωρητή σώματος
μ’ έκανε
καθώς μ’ έγλειφε,
και όταν τέλειωσε,
το παπάρα από μέσα φώναξε,
με γονάτισε,  
με λιμπεράτσε τεχνική
με λάδωσε,
και  αλύπητα με πέθανε 



Πλήρωσα,
από τα διαφημιστικά που μοίρασα,
και περπατώντας,  
σαν άνδρας με άποψη,
απομακρύνθηκα….


AlexMil  Οκτώβριος 2009





Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Ας πούμε



Ανθρωπόμορφος,
από μοχθηρά λεπιδωτά εγώ,
γαντζωμένα σε έντερο πρωκτικό,
με κροταλίζοντα εξελιγμένο σκελετό,
καλυμμένος έντιμα, καθησυχαστικά,
με παραπλάνησης δερματικό ιστό,


σαν κάποιο τέρας εκφυλιστικό,
σε εφιάλτη μνησίκακο σωφρονιστικό, 

είναι ένας άνθρωπος καθημερινός,
ένας οποιοσδήποτε αποδεκτός
ας πούμε, νοικοκύρης ή οπαδός.   

Με δικαιώματα πέους κατοχυρωμένα,
και αιδοία αυνανισμένα
από χέρια με σταυρούς ζωγραφισμένα,
πορνογραφικά φωτορομάντζα,
σε αφροδίσιους τοίχους της ζωής αναρτημένα,
κρύβει της κακίας το πυρετό
και τις ρυτιδιασμένες συνουσίες του
με  ερμαφρόδιτες σκέψεις ανθρωπιστικές. 

Είναι ένα άνθρωπος σωστός,
από δημόσια έκθεση γνωστός
ας πούμε, φιλάνθρωπος ή πολιτικός.   

Ψυχές με πυώδη έλκη εκτεθειμένες,
με ευλάβεια μιας χρήσης περιτυλιγμένες,  
νάνοι τριχωτοί, αρσενικοί και θηλυκοί,
συναισθημάτων άξεστοι εμιγκρέδες,
Ιανοί,  αναστολείς της ηθικής,
της αναισθησίας γονιμοποιητές,
που στάζουν υγρά αιδιολειχίας,
με επιθυμίες επιτρεπτής πεολειχίας
και εκκενώσεις  φθόνου και ζηλείας, 

είναι άνθρωποι αγαπητοί,
που έχουν την εμπιστοσύνη τιμητή
ας πούμε, εραστές ή φίλοι κολλητοί.   

Ωτακουστές εσωτερικών οργάνων,
κατακάθια τιποτένιων θρύψαλων,  
με πυροβολισμούς  εξ επαφής
από αρρωστημένες εκκρίσεις ρατσιστικές,    
μολύνουν τις κραυγές πείνας,
καθοδηγούν φίδια κίβδηλης ιεροπρέπειας
και ιεραρχημένης ανικανότητας,    
ως μούμιες τρελαμένες, αναιμικές,
από αντικατοπτρισμούς ιδιοκτησιακούς
σε στρατόπεδα ψευδαισθήσεων νομοταγών. 

Είναι άνθρωποι σεβαστοί,
με οσμές αγιοσύνης και τιμής,
ας  πούμε, πατριώτες ή πιστοί.



Κι  όλοι αυτοί ανάμεσά μας κι άλλοι πολλοί,
κουφάρια με σκόνη αναισθησίας ιερή,  
άψυχες ψυχές, σπερματοφάγοι μοχθηροί,
άπληστοι σε μολυσμένα δοχεία κρανιακά,
κενά από συναισθήματα και ανθρωπιά,
ρουφιάνοι  χωρίς αραβουργήματα ζωής,

όμως, πιστικοί, συνηθισμένοι, ηθικοί,
με μερίσματα υπεράνω υποψίας, διπλανοί   
τεμαχιστές χωρίς ίχνος ενοχής της ανθρώπινης ζωής,
σε κάθε στιγμή όταν η ευκαιρία τους δοθεί.


AlexMil    Οκτώβριος 2009

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Είναι τραγικό να μη μπορώ



Πως γίνεται; θα μου το πείτε,
τα βράδια άνθρωποι
να κοιμούνται πεινασμένοι,
σε απόγνωση, ερειπωμένοι,
κι άλλοι, απ’ τη πολύ τροφή,
να κοιμηθούν να μη μπορούν,
λαίμαργοι με την υπερβολή;

Είναι δίκαιο αυτό;
ιερωμένοι ή δικαστές,
ας απαντήσουν, το μπορούν;
η ανθρώπινη, η θεία ηθική,
τους πεινασμένους πως δικαιολογεί;
θα ήταν χρήσιμο να ειπωθεί,
από ιερατεία της πολιτικής,
πως αποτιμάται η ανθρώπινη ζωή;
μήπως τα ζώα τα οικιακά,
έχουν αξία μεγαλύτερη
από των πεινασμένων τα παιδιά;
μήπως τα όσια και ιερά
είναι των δαιμόνων
υποσχέσεις λησμονιάς,
που το κακό
το χουν κάνει συμπαθητικό,
που πετούν λίγη τροφή,
την απληστία για να κρύψουν,
ανθρώπινη και θεϊκή;

Είναι θλιβερό, ο άνθρωπος,
την αλληλεγγύη της ζωής,
σαν ελεημοσύνη να τη βλέπει
και να πιστεύει,
πως όταν βοηθά προσφέρει,
στα σκελετωμένα τα παιδιά,
εκείνο που τους πρέπει.
Ο θάνατος συνεχίζει να κοιτά,
ξεδιάντροπα, προκλητικά,
ξέρει τη ζωή να αφαιρεί,
δίνοντας στους επόμενους,
ψεύτικες ελπίδες
για μια καλύτερη ζωή.

Ποιος φταίει;
εύκολα μπορεί ν’ απαντηθεί,
αν πρώτα ακουστεί,
πως ο παράδεισος,
δεν είναι η ανταμοιβή
και πως αυτοί ,
όταν μιλούν για ηθική,
για πίστη και υπακοή,
της κυριαρχίας είναι η ελίτ
της πείνας οι υπεύθυνοι,
οι ένοχοι οι πραγματικοί.

 
Η πείνα είναι προϊόν κλοπής,
είναι της εκμετάλλευσης
και της ανοχής η πρακτική,
η συνωμοσία της σιωπής,
η εκατόμβη της όποιας ηθικής.
Κι όποιος νομίζει πως
η απληστία και η αρπαγή,
δεν αφαιρούν των παιδιών του τη ζωή
δεν ξέρει πως η ζωή,
εύκολα μπορεί ν’ αντιστραφεί,
και σε μια στιγμή,
της πείνας το ατέλειωτο κλάμα
να κυριέψει τη δικιά τους τη ψυχή. 

………
είναι τραγικό να μη μπορώ,
μέσα από τα πεινασμένα μάτια των παιδιών,
να διακρίνω το θεό.


AlexMil   Σεπτέμβριος 2009

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Η απόγνωσή σου με υπέκυψε



Τα μάτια σου,
μαύρες τρύπες με καταβρόχθισαν,
τη σιγουριά μου απογύμνωσαν,
κι όταν με κοίταξες,
αιχμηρό μέταλλο πυρωμένο,
σκάλισε βαθιά,
τη σάρκα και τη ψυχή μου.

Φοβήθηκα,
η απόγνωσή σου με υπέκυψε,  
άγνωστοι  
σε ανεμοδαρμένες ζωές,
κι όμως, η στιγμή,
σαν προσταγή πυροβολισμού,
τη θλίψη σου,
στο μέσα μου έφερε,
ασφυξία οργανική,
πόνος, απόκοσμος, τρομακτικός.  

Αθόρυβες κραυγές,
σαν αίμα που τινάζεται θανατερά,
ψίθυροι σπαρακτικοί,
μετέωροι στο σκοτάδι ν’ αναζητούν,
την ελπίδα, την αποκάλυψη,
μήπως όλα,
όνειρο είναι εφιαλτικό,
δαιμονικές δυνάμεις,
στο βάθος διαδρόμου κλινικής,  
σε διεστραμμένο στοίχημα,
θανάτου και ζωής.

Στη μοίρα σου,  
για λίγο συγχρονίστηκα,
ξέρω,
οι μεγάλοι πόνοι
δεν είναι ποτέ σιωπηλοί,
νοερά το χέρι σου έσφιξα,
σ’ ένα κόσμο,
που γρήγορα για σένα έφτιαξα,
όμορφες στιγμές να σου χαρίσω,
το θαύμα να προσφέρω,
ελπίδα, με λόγια παρηγοριάς.

Ανταποκρίθηκες,…….
και προσπέρασα……

Νομίζω πως θέλω να κλάψω,
δεν μπορώ να σκεφθώ
χωρίς να λυπάμαι.
Όλα, θέατρο υποταγής
βουβά στη τραγικότητά τους,
με της ψυχής μου τα δάκρια,
ν’ αποσαθρώνουν,
στις λίγες στιγμές που σ’ ένοιωσα,
τη πίστη μου,
στο θεϊκό και ανθρώπινο.


Το σιωπηρό σου σώμα,
στο φορείο αντίκρισα,
Αισχύλειο δράμα,
το μετέωρο σκοτάδι
εκρήξεων βιοχημικών
και κυτταρικής τρέλας,
καλυμμένο,    
με της απελπισίας το πέπλο,
αστραπές αγωνίας,
στη μοναξιά της αποκάλυψης.




Κι έκλαψα,
σαν πρώην ζωντανός,
η σφαγμένη μου ψυχή,
τα δάκρυα,
δεν μπόρεσε να συγκρατήσει.


AlexΜil   Σεπτέμβριος 2009

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Την επανάσταση θα κάνουμε ρεμάλια χωρίς το μάγκα το θεό


Ακούστε το Uprising από τους Muse




Χρόνια πριν,
τον είδα σε εκστρατεία προεκλογική,
να μιλά σ’ αλλοδαπούς υδραυλικούς,
το λάτρεψα,
γιατί μου βγάλε το ηλίθιο εγώ,
το στυλίστα μου εαυτό,
μ’ έκανε ένα αγαθό τεκνό, 
αυτός που ήμουν αληθινά,
ένας υδραυλικός χιπ χοπ,
με αισθήματα πρόστυχης γυναικός.

Από τότε,
τον ακολουθώ ως μαλάκας οπαδός, 

είναι ο κόθορνος, ο μέγας αρχηγός, 
έχει βλέπετε και χάρισμα κληρονομικό, 
είναι αυτό που το κάνει πιο τρανό, 
μοιάζει σαν ένα κινέζο ζιγκολό. 
Σαν πωλητής κάποιας λαϊκής,
  σατανικός σε μοσχαρίσια εκδοχή,  
αλεξιπτωτιστής,
  με φουντωτό μελιτζανί μαλλί, 

φεγγαροπερπατά, 
κουνά το σώμα από δω κι από κει,  
για να τριπλάρει αυτούς που συναντά.
Προτιμά ενδύματα  σινιέ,
όμως απ την εξέδρα όταν μιλά, 

φορά τα ρούχα της δουλειάς,
διαφανές σορτσάκι
της σειράς 
και στο λαιμό κρεμά, 
ένα τριαντάποντο σταυρό,
super παρδαλό και φωτεινό. 

Φορά παπούτσια πλαστικά,
στο χρώμα του φρέσκου τραχανά, 

με τακούνια στα πενήντα εκατοστά, 
που ανεβοκατεβαίνουν δυναμικά,
αυτόματα και ρυθμικά.
 
Έχει για μασκότ,
ένα χρυσοκάνθαρο βοηθό,
έναν απίθανο κοντό, 
μια ξεφτίλα κομματική 
με γαϊδουρίσια υπομονή, 

που όταν ρητορεύει,
με μια κλωτσά κάθε τόσο,
στο αγριεμένο πλήθος εκτοξεύει. 

Γι αυτό και τον  φωνάζουνε μουρλό, 
όμως είναι απλά, 
ένας ταλαντούχος πολιτικός.

Έχει πρόγραμμα φανταστικό,
είναι και δημοκρατικό, 

οι αντίπαλοι το θεωρούν παρανοϊκό, 
θέλει να καταργήσει το στρατό, τις τράπεζες και  το θεό, 
θέλει  το καλοκαίρι, όλοι να φοράνε τα στριγκάκια, τα μαγιό
και το χειμώνα, φουστανέλες οικολογικές από διαφανές πλαστικό. 

Θέλει να καταργήσει τη δουλειά
και τη ξάπλα να κηρύξει ως νέα επουράνια θεά, 
θέλει να βάλει τους υπόλοιπους θεούς, 
να κάνουνε  στριπτίζ σε μπάρα στο σπίτι μιας ευσεβούς  πουριτανής. 
Λέει κι άλλα πολλά, πως θα έχουν όλοι τζάμπα τα κρεατικά
και πως  για κάθε κατεστραμμένη tv
θα υπάρχει δώρο ένα ταξίδι στη Καραϊβική.  

Πράγματι, είναι καταπληκτικός.  
Ήμασταν πολλοί
σ’ αυτή τη συγκέντρωση τη προεκλογική,
αγαπητικοί, αλλά και γεροδεμένοι  τραβεστί,
μπατίρηδες μικροαστοί,
θεραπευμένοι πιστοί και  νταλικέρηδες παθητικοί,
όλοι με τη μασκότ στο χέρι, 
το ξεφτίλα το κοντό  σε ομοίωμα σεξουαλικό.       

Φωνάζαμε τσιριχτά, 
είχαμε συνθήματα  ρεαλιστικά,

ανεμελιάς και δημιουργικής βλαχιάς.




Κι όταν ο σέξι αρχηγός,
στη εξέδρα εμφανίστηκε λυγερός και κουνιστός, 
τότε τη μασκότ σηκώσαμε ψηλά
και κτυπώντας τα πόδια ρυθμικά, φωνάζαμε με βογγητά.
Κι αυτός, με τα τακούνια τα ψηλά, λεβεντόκορμος και τριχωτός,
τη δαχτυλιδένια μέση του, κουνώντας μπρος και πίσω ρυθμικά,
ούρλιαξε, πετώντας μας το λεχρίτη το κοντό,
“την επανάσταση θα κάνουμε ρεμάλια χωρίς το μάγκα το θεό” 
και με τη μπάντα του φαλακρού ακτιβιστή, 
άρχισε να απαγγέλει  στίχους, του  φίλου, του ψηλού σοσιαλιστή.
Να τελειώσει δεν άργησε,
μήνυμα διάβασε απ το γνωστό, το χονδρό το δεξιό,
που καλούσε τις  λεσβίες τις  γριές,
σε όργια με μπουγάτσες αφροδισιακές 
και πετώντας γι άλλη μια φορά το ξεφτίλα το κομματικό, 
έσκισε το σορτσάκι το ριγωτό 
και  χωρίς αιδώ κουνώντας τους γοφούς σαν οργασμικό τεκνό, 
από τη εξέδρα πέταξε σαν αποδημητικό πτηνό.




Ήταν το σόου το προεκλογικό,
του κόμματος των “ Μιζαδόρων Ανανεωτών”,
που ελπίζει στη Βουλή, να εκλέξει το τεκνό,
το λαίμαργο και φαλακρό θεό,
τον ένα και μοναδικό, τον αρχηγό.



AlexMil   Σεπτέμβριος 2009

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Και να μπορούσα, δεν θέλω


Γιατί;
είναι τόσο δύσκολο να καταλάβεις,
είσαι τροφή σερνόμενων διακορευτών,
σε τρώνε, σε ξερνούν, σε ξανατρώνε,
κι συ τι κάνεις άνθρωπε,
προσκυνάς, υμνείς, χειροφιλάς,
και ξαναζητάς,
του εκφοβισμού το ρόπαλο.

Δεν το καταλαβαίνεις ε;

Όλα και τίποτα,
είναι  το βασίλειο της κυριαρχίας,
τόσο πολύ έχεις παραμυθιαστεί
με prozac  ανοησίας,
που δεν μπορείς μεσ’ απ τα σκατά
της καθωσπρέπει μαλακίας,
στο δρόμο με τις πλαστικές ασπίδες,
των ερπετών να δεις τη κυριαρχία.

Παράσιτα της  εξουσίας,
σηψαιμικές ορμές,
στους  δερματικούς σου πόρους,
έρπουν σε μαύρες διαδρομές,
τη φυλακή σου εκκρίνουν,   
με σταυρωτές  σφραγίδες
την επικυρώνουν
και συ αποχαυνωμένος
από ένστικτα καταναλωτικά,
δεν μπορείς να καταλάβεις,
τόσο ηλίθιος είσαι,
των παιδιών,
δίπλα, παραδίπλα,
και ακόμη πιο πέρα
απ’ το στόμα τους, με ιαχές
τη ζωή τους αρπάζεις.

Έχεις πλάκα,
όταν το θυμό σου διοχετεύεις,
δειλέ, όπου σε παίρνει,
έχεις στεγάσει,
στο παράπηγμα της ζωής σου,
τη ξεφτίλα της ψυχής σου, 
κι έχεις το νου,
μόνο για φανέλες με αριθμούς,
και άντε το πολύ,
για οικολογία της tv.
Και όταν η προσταγή,
των  αφεντικών η εντολή,
τη ψήφο σου ξαναζητά,
αισθάνεσαι super star,
για μια στιγμή, γιατί μετά,

κρανία σπασμένα,
χυμένοι νευρώνες
στης πίστης τους υπόνομους
και σώματα διαμελισμένα
από τις ερπύστριες της ελίτ,
υπολείμματα κατά συρροή,
τα δικά σου, εμείς,
τοιχοκολλημένα.

Να ξέρεις,
δεν  θα απολογηθώ για σένα,
τη ζωή σου τρέιλερ την έχεις κάνει,
και τα γονίδια του νου,
στα εργαστήρια του κέρδους   
σε λοβοτομή  συνεχώς τα υποβάλεις.




Έτσι, να σε βοηθήσω δεν μπορώ,

και θέλω κάτι να σου πω, 
και να μπορούσα,
δεν θέλω να το κάνω ανθρωπάκι,
η αγάπη σου,
σαν εικόνα θεϊκή
σε βασανιστηρίων φυλακή,
με αηδιάζει.


AlexMil   Σεπτέμβριος 2009




Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Η ακμή της υποκρισίας


Πάλι γι αυτούς μιλώ,
τους κρυμμένους μες τη  λησμονιά,
τους ανθρώπους της σκιάς,
αυτούς που η ζωή τους προσπερνά,
χωρίς τίποτα να τους προσφέρει,
που όλοι εμείς,
των ισχυρών υποτακτικοί,
εύκολα και ανέξοδα ξεχνάμε.

Οι σκέψεις μου,

συνεχίζουν να ναι  οι εχθροί μου,
όταν η  ενοχή με κυριεύει
και  μέσα σε κόκκινο ατσάλι
τη ψυχή  μου  φυλακίζει,
τότε  αισθάνομαι να περπατώ
δίπλα σε τοίχους εφιαλτικούς,
παιδαγωγών κατασκευές,
όπου στην ακμή του τέλους,
ένα συμβόλαιο με περιμένει,
με ητημένη υπογραφή,
της υποκρισίας η υποταγή.

Απαντήσεις θα ήθελα,
απ όλους εμάς, τους τυχερούς,
μήπως οι εικόνες της tv,
είναι το matrix  στην αρχή,
που με ανίκητους κανόνες,
τις ζωές μας,
βιογραφίες όμοιες τις κάνει;
Μήπως η ηδονή της σιγουριάς
είναι τα καθιστικά δεσμά, 
της μοίρας μας το φύλλο πορείας,
που στης οθόνης τη προβολή
είμαστε εμείς η εκπομπή;
Μήπως όλα αυτά,
μας κάνουν και δεχόμαστε,
της υποκρισίας,
πίστη και υποταγή,
συνήθειες πιο επικίνδυνες
από των ισχυρών τη βία;

Έστω,
νυκτερινοί ταξιδιώτες,
να γίνουμε, μπορούμε;
και ας μη βγούμε από τη βροχή,
έτσι πιο εύκολα θ’ αντισταθούμε,
στις δόσεις της υποταγής,
που σαν όρνεο μας κατατρώει

δώρο κι αυτό των πλανευτών,
που όλα τα έχουν πάρει,
αλλά που δε μπόρεσαν,
να σταματήσουν ευτυχώς,

τη καρδιά μας να πετάει. 

Έστω,
τους κανόνες τους,
να πολεμήσουμε μπορούμε;
να συντονίσουμε καρδιές,
στης ψυχής και του μυαλού,
τον ίδιο ρυθμό,
τα παλιά μας τα παιγνίδια,
της ειλικρίνειας  ασκήσεις,
να επαναλάβουμε; 

Μπορούμε;
κι άλλες ζωές ας δοκιμάσουμε,
ίσως,
για τα πεινασμένα μάτια,
την υποκρισία της λύπης,
ν’ αντικαταστήσουμε,
με τη φωτιά της αγαθής ψυχής
που οι εχθροί του είδους μας,
στα πρέπει και τα όχι,
των δικών τους αναγκών,
φυλάκισαν. 

Γιατί ξέρετε,
τα τελευταία φεγγάρια
είναι μόνο γι αυτούς,
που το απόκοσμο βιώνουν
με θρησκευτική ευλάβεια.

AlexMil   Σεπτέμβριος 2009

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

O blogger




Κοιτάξτε με,

μέσα στη νύκτα,
στο καναπέ στριφογυρνώ,
με το να μάτι ορθάνοικτο
και γουρλωμένο,
φαίνεται πως ονειρεύομαι,
είμαι τρομοκρατημένος,
βλέπω αυτό που παίζεται,
πως είναι πολύ πεσμένο.

Όμορφη νύχτα,
ήχοι ανθρώπινοι από παντού,
με τη γριά από πάνω,
να της ξεφεύγουν ρυθμικά,
με το σταλινικό πιο δίπλα,
και το φασίστα του απέναντι,
παιχνίδια να παίζουν απαγορευμένα
και η μπιρμπιλομάτα από κάτω,
με τη φοιτήτρια του δεύτερου
για ακόμη μια βραδιά,
να γλείφονται 

και να ουρλιάζουν ρυθμικά.
Πράγματι, όμορφη νύκτα,
με καζανάκια εδώ και κει
να παίζουν
αναρχικά .

Ξαφνικά,
μια μελωδία ακούστηκε
μούγκρισα,
και το δεξί μου μάτι μισάνοιξα,
το βόδι παραδίπλα απάντησε,
το ξύπνησα,
αλλά δεν ανταπάντησα,
ήμουν γυμνός και μου σηκώθηκε,
από ένστικτο την έξυσα,
αναστέναξα, λίγο μου έτσουξε
και παραπατώντας σηκώθηκα,
προς το laptop μου προχώρησα

Ένα μήνυμα έπαιρνα,
ο Παρμενίων, φίλος,
ένας δηλωσίας παιδαράς,
μου τα ρίχνε,
πριν λίγες ώρες ανέβασα
το θέμα που τον άναψε,
“τα λεοπαρδαλέ στριγκάκια μου”,
γιατί όπως στο μήνυμα έγραφε,
με τέτοια μέχρι τώρα με φανταζότανε
κι έκλεγε.
Τι να του πω, τον παρηγόρησα,
και απανωτά, μήνυμα έλαβα,
απ τη “ παρθενομπέμπα τη λοξή”
μια φίλη,
που τα χε με το Μπάμπη το σκαφτιά,
που και αυτή γούσταρε.
Με λόγια υγρά την ερέθισα
κι όταν τέλειωσε
μια φωτογραφία της ανέβασε,
δεν με έπεισε
και μου έπεσε.

Στο καναπέ γύρισα,
λίγο με τη γαργαλιέρα έπαιξα,
με μάγεψε,
και αφού με αποπλάνησε,
το μυστικό μου φανέρωσα,
εξήντα είμαι και πάνω χρονών,
ένας κωλόγερος φαλακρός,
blogger το παίζω,
παρθένα άβγαλτη
με τ’ όνομα “Άσπιλη”,
μια κοκκινομάλλα, άπειρη,
αλλά με πάθος για μάθηση
που για τους φίλους μου
τους bloggerς,
όλα τα κάνω,
με νάζι και κοκκινωπά τόπλες

Κι εγώ με κάποια,
τη “στραβοκάνα τσούλα”
κάτι μπορεί να παίζεται,
προχθές,
να της περιγράψω μου ζήτησε,
πως το στριγκάκι
από πίσω αισθάνομαι,
όμως υποψιάζομαι,
μουστακαλής μου φαίνεται,
γερό μπετατζής ασπρόμαυρος
με περουκίνι ξανθότριχο,
κάποιος ολομόναχος.
..........................................................

Ιστορίες της ζωής,
σε πειραματικούς ρυθμούς,
όπου όλοι το παίζουμε,
άλλωστε φίλοι δεν είμαστε;
bloggers ενωμένοι ποτέ πεινασμένοι.












 

AlexMil     Σεπτέμβριος 2009

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Σχόλιο για τη μάστιγα των ναρκωτικών



Με αφορμή τους στίχους της προηγούμενης ανάρτησης: Η άσπρη σκόνη

Για αρκετά χρόνια όταν εργαζόμουν στην Αθήνα, συμμετείχα ενεργά σε σχήματα βοήθειας των χρηστών, στα πλαίσια των ιδεολογικών και πολιτικών μου καταβολών, αλλά και από μια αίσθηση αλληλεγγύης σε όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους, εγκαταλελειμμένων σχεδόν από παντού.

Μέσα σε αυτή τη κόλαση έμαθα πολλά πράγματα, κυρίως αισθάνθηκα το χαρακτήρα μιας κοινωνίας που τότε τουλάχιστον (μετά το 1985) έβλεπε στο χρήστη έναν αλήτη, έναν απόβλητο, έναν εγκληματία.

Βέβαια από τότε μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά, οι νοοτροπίες επίσης, αλλά δυστυχώς, ακόμη υπάρχει πολύς δρόμος για να καταλάβουν πολλοί, πως, ο χρήστης είναι ασθενής, ένας βαριά ασθενής, με ανεξέλεγκτη συμπεριφορά όταν έχει το σύνδρομο της στέρησης. Η παραβατική συμπεριφορά του (κλοπές, πορνεία κλ.π.) οφείλονται σε αυτή τη στέρηση.

Δυστυχώς το σύστημα της πρέζας είναι μια πολύ επιτυχημένη οικονομική δραστηριότητα, με τεράστια κέρδη που εύκολα “ξεπλένονται” και επενδύονται σε νόμιμες δραστηριότητες, άφθονα χρήματα που τα έχουν όλοι ανάγκη, οι τράπεζες, το κράτος, οι επενδυτές, ο αθλητισμός.

Αυτονόητο δε, πως η οικονομική αυτή όσμωση των ναρκοευρώ μετατρέπεται σε πολιτική εξουσία, όχι μόνο ως σχέση πολιτικών και εμπόρων, αλλά ως καθαρή πολιτική εξουσία. Να μη ξεχνάμε πως οι μεγαλέμποροι είναι αθέατοι ευυπόληπτοι πολίτες – επιχειρηματίες που με τη βοήθεια κρατικών μηχανισμών και λειτουργών,
παράλληλα με τις νόμιμες δραστηριότητές τους, ασκούν και το εμπόριο πάσης φύσεως ναρκω ουσιών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε ένα σύστημα βοήθειας των χρηστών, κρατικής και εθελοντικής κατεύθυνσης. Σίγουρα, όλα αυτά τα σχήματα προσφέρουν πολλά, αλλά θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύ περισσότερα.. Δεν θέλω να επεκταθώ στο θέμα αυτό, κυρίως για τα κρατικά σχήματα βοήθειας που έχουν αποκτήσει μια υπαλληλική νοοτροπία, γιατί θα αδικήσω πολλούς που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους, στη μάστιγα αυτή, αλλά είναι ένα μεγάλο θέμα που ίσως το θίξω κάποια στιγμή.

Το μόνο που θέλω να πω για όσους φίλους είναι μακριά από το θέμα πως μια κίνηση και μόνο θα είχε θεαματικά αποτελέσματα στη βοήθεια αυτών των παιδιών:



η δημιουργία κέντρων αποτοξίνωσης, μέσα σε νοσοκομεία, όπου θα γίνεται ιατρική παρακολούθηση τους ως ασθενών, με ψυχολογική υποστήριξη, χορήγηση υποκατάστατων (π.χ. μεθαδόνης), εύρεση εργασίας κ.λ.π.



Η ενέργεια αυτή θα είχε τρία σχεδόν άμεσα αποτελέσματα, την σταδιακή επανένταξη του χρήστη στη κοινωνία, την αποκοπή του από τον ντήλερ και την απομάκρυνση του κινδύνου να φυλακιστεί σαν μεταπωλητής.

Δυστυχώς όμως, παρότι γίνονται κάποιες προσπάθειες, δεν ξέρω είναι τόσο ανόητες μερικές φορές, τόσο ελλιπείς, που μπορείς να πεις πως γίνονται εσκεμμένα. Μερικά παραδείγματα:

Τα κέντρα αποτοξίνωσης δεν μπορούν να γίνονται μέσα σε οικιστικές περιοχές, η εμπειρία έχει δείξει, πως γίνονται πόλος των ντήλερ, των μεταπωλητών, εστίες πολλών προβλημάτων για τους κατοίκους. Ούτε βέβαια πρέπει να γίνονται μέσα σε ψυχιατρικά ιδρύματα, όπως πρόσφατα επιχειρήθηκε στο Δαφνί, όπου η γειτνίαση με τους ψυχιατρικά ασθενείς, είναι ότι πιο καταστρεπτικό για το χρήστη.

Τα υποκατάστατα και εδώ είναι το πιο εγκληματικό, ενώ θα μπορούσαν να δοθούν σε όλους τους χρήστες, είναι ιδιαιτέρως φθηνά, τα δίνουν με λίστες (ακούστε με λίστες) με αποτέλεσμα να αποκλείεται μεγάλος αριθμός χρηστών.

Η αποποινικοποίηση της χρήσης είναι ένα ακόμη σοβαρό θέμα. Γέμισαν οι φυλακές από χρήστες που το έγκλημά τους είναι τις περισσότερες φορές ότι διπλασίαζαν τη δόση που αγόραζαν νοθεύοντας την και πουλώντας τη μια για να εξασφαλίσουν την επόμενη. Σε αυτό το σκηνικό, οι μεγαλέμποροι βέβαια, να μη συλλαμβάνονται και όποτε γίνεται αυτό, σε λίγες μέρες να είναι πάλι ελεύθεροι με τη βοήθεια δικηγόρων, πληρωμένων με ναρκωευρώ.

Σε ότι με αφορά τώρα, δυστυχώς εδώ και αρκετά χρόνια δεν συμμετέχω ενεργά στη βοήθεια χρηστών, για διαφόρους λόγους.
Αυτό με κάνει να έχω ενοχές , αλλά έχω και πολλές άλλες, από καιρό δεν κοιτώ κατάματα το είδωλό μου στο καθρέπτη, οπότε κάπως ισορροπώ μέσα στη ξεφτίλα της μικροαστικής μου ζωής

Αυτά προς το παρόν

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

H άσπρη σκόνη



Τα μάτια σου με πόνεσαν, απεγνωσμένες οι ματιές,
κραυγές αποτυπωμένες στις τρυπημένες φλέβες σου,
ματωμένες διαδρομές μιας πορείας, αποτρόπαιης, θανατικής.

Στην είσοδο σε συνάντησα, κάποιου έντιμου σπιτιού,
κομματιασμένη εικόνα , στα σκαλιά σκορπισμένα κομμάτια,
μια κουρνιασμένη ζωή, αγριεμένη, σκελετωμένη χωρίς ψυχή.

Το αίμα σου έσταζε, τη άσπρη σκόνη είχε δεχθεί
δάκρυα μολυσμένα, που τρόμαζαν των περαστικών τα βήματα,
έτρεμες σαν μικρό παιδί, είχες το φόβο ενός μεγάλου.

Τα βλέφαρα κλειστά, τρεμόπαιζαν άρρυθμα στον εφιάλτη,
της πρέζας η επιδρομή, ξαναγυρνούσε αδιάντροπα,
τότε στο πρώτο σου φιλί, στη παντοτινή σου αγάπη.

Πόνεσα παιδί μου, όλων μας έπρεπε να είσαι το παιδί,
πόνος θηριώδης, πατρικός όταν σε φαντάστηκα,
μικρό, ανέμελο, όταν των γονιών σου ήσουν το καμάρι.

Που είναι ο θεός ρε, πως το επιτρέπει,
είσαι μήπως και γι’ αυτόν του ντίλερ το πρεζόνι
πρόστυχα όπως σε αποκαλεί, ο συφερτός των ζόμπι.

Σηκώνεσαι, καμπουριασμένη ζωή, αργοπερπατάς,
μ’ ενοχλεί που οι ανόητοι λοξοδρομούν όταν σε βλέπουν,
δεν σκέπτονται, μπορεί, το δικό τους παιδί να ήσουν.

Στο βάθος χάνεσαι της στροφής, νομίζω πως γυρνάς,
και με κοιτάς, τι να μου πεις, το αίμα αναζητά την επόμενη δόση,
οι δαίμονες ψάχνουν να σε βρουν, είναι οι μόνοι σου φίλοι.

Αχ και να μπορούσαν, τα δάκρυα της ψυχής μου, σφαίρες να γίνουν,
να εξαφάνιζαν αυτούς, τους δυνατούς, τους ευυπόληπτους,
αυτούς που πλούτισαν μέσα από τη δικιά σου εκατόμβη.

Δεν σε ξεχνώ, να ξέρεις,
η αδιαφορία μου θα ήταν συνενοχή,



AlexMil 31 Αυγούστου 2009

Σημειώσεις:

- Οι στίχοι αυτοί σε 300 περίπου αντίτυπα, μοιράστηκαν τις προηγούμενες μέρες, στο κέντρο της πόλης και σε μέρη
που συχνάζουν νέοι. Αυτό έγινε από μένα στα πλαίσια της φιλοσοφίας μου πως η ποίηση αλλά και κάθε μορφής τέχνη, πρέπει να πλησιάζει το κόσμο, εκεί που ζει που δουλεύει, που σπουδάζει, που διασκεδάζει. Μόνο έτσι αυτή μπορεί να γίνει κοινωνός αυτών που πρεσβεύει.

- Οι εικόνες είναι του Palle Nielse, που έργα του τις μέρες αυτές φιλεξενούνται στο μουσείο Κυκλαδικής τέχνης στην Αθήνα.

- Η επόμενη ανάρτηση θα είναι ένα μικρό κείμενο για τη μάστιγα των ναρκωτικών


Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

Αφιέρωση στη κόρη μου




Αγαπημένο μου παιδί

τ’ αστέρι που ψιθύριζες,
τα βράδια στο κρεβάτι,
κι’ αυτό σε καθησύχαζε,
με λόγια τρυφερά,
βλέπεις, σε πίστεψε,
και σε αντάμειψε,
σου έδωσε τόση χαρά.

Με σθένος,
προσπάθησες σκληρά,
μέρες αμέτρητες,
μέχρι τα μεσάνυκτα,
κι απ το πρωί ,
και τα κατάφερες,
μόνο εσύ,
εμείς,
με την αγάπη μας,
σε προστατεύαμε απλά.

Άκουσε με τώρα,
αυτή είναι μια νίκη
σίγουρα σημαντική,
όμως η ζωή,
έχει μάχες πολλές,
αυτή ήταν η πρώτη,
όμως
αν με το ίδιο σθένος
τις επόμενες παλέψεις,
σίγουρα θα είσαι
ο νικητής.



Ευγενία, συγχαρητήρια
Καλή σταδιοδρομία στη σχολή και τη ζωή
Ο μπαμπάς, η μαμά, ο αδελφός σου.

Όπως γνωρίζετε πολλοί από σας φίλοι μου, η κόρη μου πέρασε στην Αρχαιολογία της Θεσσαλονίκης. Με μεγάλη χαρά σας γνωρίζω, πως πέρασε έκτη με τη προχθεσινή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

Ο εχθρός μου ο χρόνος






Είσαι ο εχθρός μου χρόνε, ίσως ο χειρότερος,
οι αυλακιές στο σώμα μου έγιναν προς τιμή σου,
φαίνεται όμως δεν έφταναν, ήθελες και τη ψυχή μου.

Την άρπαξες, δεν σου τη πρόσφερα, στη παρέδωσα,
χρονομαχητής στα υπόγεια της ζωής, σε αψήφησα,
μ’ αφόπλισες, όμως σε γέρασα στο τέλος και σε νίκησα.

Στα χρόνια της όταν ήμουνα, στα τέλη του ογδόντα,
περπάτησα στους δρόμους που τώρα περπατά,
τ’ αχνάρια μου άφησα, να περιμένουν τα δικά της.

Την περίμενα, δεν το επέτρεψες, με κορόιδεψες,
ονειροκλέφτης της ομορφιάς της έγινες,
οπτασία μες στο σήμερα , με μάγια για να με πλανέψει.

Ω θεοί των αστεριών, δεν άντεξα, παραδόθηκα,
στην αλαβάστρινη μορφή της, γονάτισα και ορκίστηκα
θυσίες της πρόσφερα, τη καρδιά και τη ψυχή μου.

Όμως άθλιε, το ξέρες, με τι να μονομαχήσω,
αόρατος έγινα, μουτζούρωσες και τη μορφή μου,
αδιάφορα έκανες, τα λόγια και τις προσφορές μου.

Δράκοι αλαζόνες, με τα κύματά σου έπαιζαν,
δεν άντεχα , στις ερήμους της σιωπής δραπέτευα,
και στο κόκκινο ήλιο της υποταγής ζητιάνευα.

Κι όταν του ανεκπλήρωτου οι ανεμοστρόβιλοι ,
τα ερείπιά μου, στη άκρη του γκρεμού παρέσυραν,
στη άβυσσο με σαδισμό τα σπρώξες και πέσαν.

Όμως, δεν περίμενες πως θα σε νικούσα,
ο εαυτός σου χρόνε, είναι ο απόκρυφος εχθρός σου,
κάθε στιγμή της πτώσης μου, ήταν και η χαραυγή μου.

Δίπλα απ’ το πορνείο των ψυχών, στο μπαρ με τις κοπέλες
ξέρεις, εκεί που εξορκίζουν τα κόλπα σου με ηδονής ενέσεις,
σ’ άφησα απ’ έξω να γερνάς, ώσπου να με παρατήσεις.

Αμέτρητες νύχτες ροκάριζα,
νοερά τη χόρευα, τη χάιδευα και τη φιλούσα,
διάβολε, τ’ ανταπέδιδε
και κάποια μεσάνυκτα υγρά, την απαρνήθηκα,
με λυγμο
ύς,
την εικόνα της κάρφωσα, την έκαψα,
και σαν ύστατη τιμή στην αγάπη που χάθηκε,
κοπέλες πρόθυμες ζήτησα και με σκότωσαν.





Τώρα, στους δρόμους της σκοτεινής πόλης περπατώ,
μόνος, το είδωλό μου στις αντανακλάσεις αναζητώ,
σ’ ένα ταξίδι της ζωής, αιματηρό, ολοένα και ποιο αιχμηρό.


AlexMil Αύγουστος 2009


Το επόμενο ποίημα: H άσπρη σκόνη

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Αρχοντικά να κρέμονται

Ήξερες ότι σε πρόσεξα,
με τα πόδια ανοικτά ξυνόσουνα
κι όταν το κατάλαβες,
Βαλεντίνο μου έγινες,
τη κοιλιά σου τη ρούφηξες,
κι αργά αρχοντικά
στη ξαπλώστρα ανακάθισες.

Με άρεσες,
το πλαδαρό σου κορμί,
τριχωτό εκεί που δεν έπρεπε
εμένα μου θύμιζε,
τότε εκεί στο μαχαλά,
που η μάνα μου Μήτσο με φώναζε.

Νωχελικά
με τα δυο μου δάκτυλα
από την άκρη το έπιασα
και με τα βαμμένα μου χείλη
ηδονικά το ρούφηξα,
σε κοίταξα,
και το καλαμάκι,
πιο βαθειά το έβαλα,
αλλά να πνιγώ παραλίγο κινδύνεψα.

Γλείφτηκα,
από την άλλη πλευρά γύρισα
και απαλά ρεύτηκα,
όταν το δεξί μου μάτι έπιασε,
στη μια πλευρά όπως έγειρες,
αυτά, προκλητικά,
γυαλιστερά και κόκκινα
αρχοντικά να κρέμονται.

Τα ήθελα,
το οβάλ καθρεφτάκι μου έβγαλα,
κάτι με έτσουζε
το σπυρί δίπλα στη μύτη μου,
χαριτωμένα και διακριτικά μου έσπασε,
και με μια κίνηση,
που παραλίγο να έπεφτα,
από τη ξαπλώστρα σηκώθηκα.

Τρέχοντας σε πλησίασα,
χαμογέλασα,
και το στήθος σου φούσκωσες,
με αρχέγονο θόρυβο ρουφηχτό,
που λάτρεψα,
τα ρουθούνια καθάρισες,
έφτυσες,
και αμέσως μετά, το χέρι μου,
με τα ιδρωμένα σου χείλη,
το φίλησες

Τ’ άρπαξα,
ακόμη κρεμόντουσαν,
το παντελόνι σου,
παραλίγο να έσκιζα,
το κατάλαβες και σ’ άρεσε
σε σήκωσα,
ένα κεφάλι και κάτι σε πέρναγα,
μεσ’ στα βυζιά μου,
τη μύτη σου έχωσα,
θα σ’ έσκαζα
τη τελευταία όμως στιγμή,
ευσπλαχνικά σ’ έσωσα.



Τώρα,
στο δρόμο μαζί σου βρίσκομαι,
το λεβιέ με πάθος το κρατώ
μπρος και πίσω το κουνώ,

και με τα κλειδιά που άρπαξα
την Πόρσε σου οδηγώ επάξια.


AlexMil Αύγουστος 2009


Διαβάστε και το "Ιστορίες γλειψίματος"

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Ιστορίες γλειψίματος



Από μακριά μου χαμογέλασες,
το ένα σου μάτι,
με χάρη μου έκλεισες,
και με το άλλο σου πρόσεξα,
πως κάπου αλλού μου την έπεφτες,
σαν το αγόρι στη πόρτα να γούσταρες,
αλλά ήταν απ’ ότι κατάλαβα,
γιατί αλληθώριζες.

Έγλυψα,
τα ξεραμένα μου χείλη,
και φούσκωσα,
το τριχωτό μου στήθος σου έδειξα,
σε κοίταξα,
τη μύτη,
ο αριστερός σου δείκτης τη σκάλιζε,
σιχάθηκα, αλλά σε χαμογέλασα.

Από πίσω μου,
μια καμπριολέ τύπισσα,
το γαλακτερό της γλύκισμα,
ρουφούσε ξεδιάντροπα,
γύρισα και τη κοίταξα,
την έβρισα,
όμως τη λυπήθηκα,
ένα πλαστικό της πρόσφερα,
από το βάζο και γέλασα.

Την άρπαξες,
από το ποτήρι την έβγαλες,
το στόμα με πείρα το άνοιξες
και με τέχνη την έβαλες.
Σ’ έβλεπα,
μου την έδωσες,
τα χείλη σου σούφρωσες,
και ένα φιλί παθιασμένο μου έστειλες.

Σηκώθηκες,
και από πίσω ξεδιάντροπα,
τη κιλώτα σου έφτιαξες,
μ’ άρεσε,
έδειξες ότι με ήθελες,
στο ανταπέδωσα,
το παντελόνι,
πιο πάνω από τη μέση μου σήκωσα,
τις κάλτσες τις μωβ,
και τα λουστρίνια τα κίτρινα,
αντρίκια στα έδειξα.



Την άλλη στιγμή σε φοβήθηκα,
το μάτι το ένα σου γούρλωσε,
ένα τικ το ερέθισε,
αλλά αμέσως μετά,
με πλησίασες,
και με χάρι το ζήτησες,
το πήρες,
τα μάτια σου έκλεισες
και με ηδονή το έγλειψες.

Κι όταν τελείωσες,
τη μεγάλη μου μύτη,
απαλά με τα χείλια σου άγγιξες
και το ξυλαράκι χαριτωμένα
στο καλάθι απέναντι πέταξες.

Στη θέση σου ξαναγύρισες,
και από τη τσέπη,
ένα,
ακόμη μεγαλύτερο έβγαλα,
με σημασία το έγλειψα,
και σε κοίταξα,

και σε περίμενα………

Alexmil Αύγουστος 2009

Υ.Γ Και μια ιστορία ηδονής για όσους δεν την απόλαυσαν με κλικ εδω

Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Οπτικοποίηση ποιήματος

Οπτικοποίηση του ποιήματός μου "Ο γέρος" με μουσική υπόκρουση από το έργο "Enfer la double vie de Veronique" (H διπλή ζωή της Βερόνικα) του Πολωνού συνθέτη Zbigniew Preisner.

Είναι μια πρώτη απόπειρα, θα ακολουθήσουν κατά καιρούς και άλλες, βελτιωμένες σίγουρα με κάποιες ιδέες που έχω. Πιστεύω πως η ποίηση εκτός από τους στίχους της θα πρέπει να ανακαλύπτει και νέους δρόμους απόδοσης , χρησιμοποιώντας σύγχρονες τεχνικές και μέσα.


Χρησιμοποιήθηκαν για την υλοποίηση, το After Effects, το plugin Particular της Trapcode και τριάντα περίπου εικόνες.



Για τους στίχους κλικ εδώ

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Τριλογία της ζωής - O γέρος



Το τελευταίο καιρό,
και η σκιά μου ακόμη,
γερασμένη δείχνει,
νομίζω το μαύρο της να ξεθωριάζει αρχίζει,
κάποιος,
σίγουρα τη σβήνει,
νομίζω πως,
πριν ο ήλιος πέσει θα την εξαφανίσει,
κι εγώ,
χωρίς σκιά διάβολε,
σώμα χωρίς ψυχή θα γίνω;

Χθες πάλι, μεσάνυκτα και κάτι,
στο σκοτάδι,
αγκαλιά την μοναξιά φιλούσα,
μπλουζ ψιθύριζα,
ακούγοντας στο ράδιο του Νότου μπαλάντες,
όμως,
όσο κι αν προσπάθησα,
ρυτίδες με αναμνήσεις,
τίποτα πολλές φορές είναι,
και το παρελθόν,
μόνο παράξενες μορφές με κουβαλούσε,
μεταμορφισμένα νήπια,
γεροντικά,
που χορωδιακά μουρμούριζαν
και απειλητικά κοιτούσαν.

Κουράστηκα,
τα δάκρυα αρχίζω ν’ ακούω,
είχα γνώσεις παρανοϊκές,
γνώσεις άχρηστες,
που τώρα δεν με βοηθούν,
εικόνες από τα δάκρυα να πάρω,
να γίνουνε η αγκαλιά
για να ζεστάνουν το παγωμένο μου κορμί,
να διώξουν τα κοράκια,
που απέναντι στου τοίχου την υφή,
κάθε τόσο παίρνουν εκείνη τη γνωστή μορφή.

Είναι φορές που στο καθρέπτη,
σαν από την άλλη πλευρά,
η μοναξιά παίρνει μορφή απ’ τα παλιά,
και της μιλώ,
λόγια μου λέει ψιθυριστά,
που με τρομάζουν,
και κάθε φορά
να την εξαφανίσω προσπαθώ.
με τεθλασμένες γραμμές,
ραγίσματα τη σχεδιάζω

Πονώ τόσο πολύ,
δεν έχω πίστη, ούτε φωτιά,
είναι που 'ρχεται η νύκτα της ζωής,
το καταλαβαίνω,
κάθε μέρα,
η μέρα και πιο σκοτεινή γίνεται,
κάθε μέρα,
το χέρι που σβήνει τη σκιά μου,
όλο και πιο καθαρά φαίνεται,
κάθε μέρα,
η σκιά όλο και περισσότερο μικραίνει.

Απελπισία,
όχι θα έλεγα,
οργή ίσως για τη παντομίμα που λέγεται ζωή,
το τέλος αν ήξερα,
ίσως να γεννηθώ δεν θα θελα,
είναι τρομακτικό για τη ψυχή,
να χει ξεχάσει
και να χει ξεχαστεί,
και απλά να περιμένει,
ο ψίθυρος της να χαθεί στη σκοτεινή πόλη.

Στο παγκάκι της ζωής κάθομαι,
κι ο ήλιος,
χορογραφίες στο δρόμο επιδεικνύει,
έχει για παρτενέρ,
το νέο λίγο πιο πέρα,
νομίζω πως με παρατηρεί,
οι ακτίνες το σφιχταγκαλιάζουν
το φυλούν,
λόγια αγάπης του ψιθυρίζουν,
διάβολε,
ας φύγω,
τι μου θυμίζει.



Η σκιά μου με ακολουθεί;
δεν τολμώ και να κοιτάξω,

αχ κα να μπορούσα, το χρόνο να δικάσω,
να τον καταδικάσω.


AlexMil Αυγουστος 2009


Επόμενα
Τριλογία της ζωής - O νέος

Τριλογία της ζωής - Η ζωή