Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Πέτρινος παραλογισμός


Ματαιόδοξες προσδοκίες έσβησαν,
έπεσαν στο κενό της υπεροψίας,
στους υπόπτους χρεώθηκαν
συνένοχες συλλογικές ευθύνες,
και οι θεοσεβούμενοι σώθηκαν,
στην πενία τους παραχώθηκαν.

Πυρηνικά ιερατεία,
μολυσμένους πιστούς καθοδηγούν
σε εργαστήρια να θυσιάζονται,
χορταριασμένα έργα ανοησίας,
ρυθμιστών χωρίς έμπνευση ζωής,
θυσίες στοιβαγμένες, αζήτητες.

Βία καθαρτήριας βλακείας,
τα όνειρα μεταποιεί σε αναθήματα,
πυροβολισμούς αγάπης διατάζει,
τα συναισθήματα γλύφοντας,
γιατί ραδιενεργούς μας θέλει,
απληστία σε κουμπιά συνδεδεμένη.

Βιβλία σκόρπια παρατημένα,
στη σιωπή της τσιμεντένιας φωλιάς,
θανάτους εξιστορούν με παραβολές
για τους απογόνους της συνέχειας,
συμπαθητικούς αιμάτινους τρόμους,
απαραίτητους, δικαιολογημένους.

Η νόηση στην αιώρα της αναμονής,
φυλακισμένη στον αρχαίο χρόνο,
προγονικά μονοπάτια ακολουθεί,
στο ονειρικό σπίτι για να φθάσει,
τι ποιητικός παραλογισμός;
πέτρινες ελπίδες, στοιβαγμένες.


AlexMil

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Το παρόν μοντάρω με δάκρυα



Στο δρόμο των κουρασμένων ψυχών,
τυχαίες ματιές με προσπερνούν,
πρόσωπα σε αλησμόνητες εκφράσεις,
που το χρόνο κουβαλούν ανέκφραστα,
το παρελθόν σε ρυτίδες ραγισμένο.

Στις μαύρες τρύπες της στιγμής,
όπου τα ορατά γίνονται πέτρινα,
είναι που η ύπαρξη αναζητά,
το σημαντικό που είναι έρημο, 
της νόησης τις σβησμένες εικόνες.

Μέσα στη σκόνη της διαδρομής,
τα ίχνη, σαν σκοτάδι στη σιωπή,
την απόγνωση συνοψίζουν,
στη μοναξιά της νοσταλγίας
 τις επιθυμίες σε ανάδυση οδηγούν.

Σαν να μεταπηδώ φαίνεται,
στις οδύνες αυτών που συναντώ,
μήπως είναι η μηχανική της ψυχής,
με στιγμιότυπα της μιας στιγμής,
σε άλλες ζωές να διαφεύγει;

Όλα όμως δεν έχουν σημασία,
αιχμάλωτος στο πόνο του εφήμερου,
απομονωμένος στη λήθη του αύριο,
το παρόν μοντάρω με δάκρυα,
και προχωρώ, κι άλλους για να βρω.


ΑlexMil


Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Πράξεις υπάκουες



Σε λυτρωτικά κύματα υποψίας,
την Ατλαντίδα αναζήτησα με πάθος,
όμως, σε στεναγμούς ψυχής εγκλωβισμένος,
τα ταξίδια  περιλαίμια τιμωρίας εγιναν,
αδιέξοδα πεπρωμένα, με ελπίδες στολισμένα.

Στα  ιερογλυφικά του τοίχου της ζωής,
σε υπερβατικές στοές της αγωνίας,
με κάμερα της απορίας σε κοντινά πλάνα,
τη χαμένη μνήμη της άδολης ψυχής μου,
σε πέτρινα σχέδια πίστεψα πως βρήκα.

Όμως, σαν καθρέπτης χωρίς είδωλα το πριν
αιχμάλωτο σε παγίδες υποκρισίας,
υπάκουο στην απόκοσμη σιωπή,
στο καθαρτήριο του λασπωμένου πόνου,
τις προσδοκίες , σε σκιές τιμωρίας πρόβαλε.

Τώρα, το βιότοπο της φαντασίας βιώνω,
ραγισμένοι κλόουν  τοιχοκολλούν,
της ζωής μου την ανόητη ιστορία,
κι εκεί που η στιγμή μοντάρει τις εικόνες,
πόλεμοι ξεσπούν, το έπειτα εξαφανίζουν,

Στο πάτωμα της οριζόντιας αναμονής,
η θλίψη σαν κόκκινη ιδιότροπη ομίχλη,
σκορπισμένα όνειρα στο πουθενά κατρακυλά,
σκέψεις μπερδεμένες με ψιθύρους,
πράξεις που αναζητούν υπάκουες, αληθινές ερμηνείες.

AlexMil



Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Ο Ιανός του χρόνου



Ότι και να σκεφθώ το τελευταίο καιρό,
εικόνες άλλης διάστασης φαίνονται να είναι,
σαν η ζωή μου σε παράδοξη συμφωνία,
επιθυμίες γενναιόδωρα να ζωντανεύει,
σκίτσα των καημών μου, σε όνειρα υπερβατικά,
σε μυστήριους κόσμους να ελευθερώνει.  

Απ’ την άλλη, σαν να ζω με τους ψιθύρους,
σε μαυσωλείο παρηγοριάς ευνουχισμένος,
φυλακισμένος σε πετρωμένους ρυθμούς, 
να τριγυρνώ στους σκιασμένους φόβους,
βλέποντας στους φανοστάτες της προσμονής,
των αγαπημένων τις σκιές, απόμακρες να φεύγουν.

Στους μαύρους ωκεανούς του χρόνου,
 τα ίχνη των καημών τη μνήμη αδυνατίζουν,
το παρελθόν εξαφανίζουν, τίποτα το κάνουν,
και το σήμερα, μανδαρίνος απολιθωμένος,
τέρας διαστρικό σε άβυσσο εικόνων,
τη μνήμη φυλακίζει, σε αιώνια ύλη.

Τον Ιανό του χρόνου, φοβική σκιά,
φευγαλέα στις στροφές της αγωνίας διακρίνω,
με μανδύα από φόβους πικραμένους,
συνείδησεις στις γραμμές του χρόνου περιφέρει,
κόσμους μέσα σε κόσμους τις αναβιώνει,
ψυχές και πρόσωπα, στο αστρόφως του αέναου.

Η αδυναμία της ζωής είναι κυνική,
απομονωμένη στο μαστροπό του ασήμαντου,
αγαπημένους στους εφιάλτες αιχμαλωτίζει,
τραγωδίες των στιγμών σε συνθήκες αγάπης,
που στο εφιαλτικό αντίτιμο της ανάμνησης,
με το πουθενά του αύριο μας ευνουχίζουν.

Τη ψυχή μου, το παράδοξο της αδυναμίας,
χρονικές προσκλήσεις την σκλαβώνουν,
στην αναμονή της, τα αστέρια δεν της μιλούν,
μόνο με δόσεις υποψίας, σαν να κλαίνε,
την παροτρύνουν να περιπλανηθεί μες στις σκιές,
στους κόκκινους ήλιους να ξεφύγει.


AlexMil
Οκτώβριος 2010

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Δανείζομαι για να ζήσω


Με σπρέι απελπισίας και οργής,
στους τοίχους των ανέφικτων προσδοκιών,
τις αναμνήσεις να διαπομπεύσω θέλω,
το παρελθόν με συνθήματα να τρομοκρατήσω,
τη ζωή, παράδοξο δραπέτη της σχισμής,
στη μακέτα του σύμπαντος να ξανά τοποθετήσω.

Δανείζομαι για να ζήσω την απάτη της ζωής,
υπόλογος σε αναπνοές θανατηφόρων διδαχών,
μια εκατόμβη με αναλώσιμες παραλλαγές,
με φαινόμενα βιώσιμα, με ερμηνείες αποδεκτές,
για να ξεφύγω πριν την επόμενη στιγμή,
από το τρόμο της αλήθειας που ζει μες στη ψυχή.

Αισθήματα σε βιοχημικές διαδικασίες
μπλεγμένα σε μάχες για  γνώση της ζωής
καταλογίζουν ενοχές στις φοβισμένες ματιές, 
λιγοστεύουν τις ελπίδες σε κάθε στροφή,
σαν κουπόνια υποταγής της εξουσίας δωρεές,  
κοροϊδίες, αιματοβαμμένες, διαχρονικές.   

Σε καθωσπρέπει εξορία η ζωή μου,
τα όρια της αποδοχής στις άκρες του ορατού,
με δάκρυα απελπισίας  να στενεύουν βλέπει,
στο αόρατο που λυσσασμένα αντιστέκεται,
προσπαθεί με τη ψυχή να θαμπώσει το μηδέν,
μήπως στο τίποτα, ευκαιρίες εμφανίσει.

Όμως δεν ζουν στ’ αλήθεια εκδοχές
στο κόσμο με τις γυαλιστερές καρδιές,
μόνο η ασήμαντη των θεατρίνων επιλογή,
που ο άνεμος του χρόνου θα επικυρώσει
- το τέλος -
    της ζωής η πληρωμή χωρίς δόσεις.  


AlexMil
Ιούνιος 2011

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Χιλιάδες χρόνια μετά...


Στο όνειρο μιας παράδοξης πραγματικότητας,
σαν από ενορατική παράσταση βγαλμένη
στο πουθενά του χρόνου, χιλιάδες χρόνια μετά,
το σήμερα, σε παράδοξες εκδοχές σμιλεύω,
αναμνήσεις ορφανών αναστεναγμών
σε στιγμιότυπα ζωής από σκέψεις στοιχειωμένα.

Είναι φορές που το χθες στο  μακρινό αύριο

την αιτιότητα του σήμερα χλευάζει,    
κι γω σε χρονική αδράνεια εγκλωβισμένος,
να προσπαθώ των συναισθημάτων τις εικόνες,
σε φαντασία συμβιωτική  να διαλύσω,
σε σώματα αγαπημένα να τη δώσω.

Στη σκόνη του χρόνου τις κραυγές τους εξορίζω,

σε νότες συμπαντικές να τις μετατρέψω
στις  στοιχειωμένες ψυχές να δώσω τη πνοή μου,
ένα βραχνό συγνώμη για μένα και γι αυτές,
το  όνειρο που δεν μπόρεσα να αναστήσω,
την ανυπαρξία που δεν ξέρω να αμφισβητήσω.

Το τελευταίο καιρό οι σκέψεις μου φαίνονται,

γεννήτριες σκηνικών άλλων κόσμων να είναι,
σαν η πραγματικότητα τη θλίψη σε προοπτική,
σε ύποπτες, χωρίς νόημα εικόνες να προβάλει,
πτερωτοί δράκοι θλιβερά στο να κοιτούν,    
όντα με τους δαίμονες στις μάχες για τη πίστη.

To ξέρω, σύντομα, μια μέρα θα τους ξαναβρώ

στα κοσμικά  σταυροδρόμια των ψυχών,  
αυτούς που στο παρόν μου με ίχνη μπερδεμένα,
το αύριο αλαζονικά φυλάκισαν στο χθες,
που την αγάπη, σαν αφίσα άλλης εποχής
σε σοφίτα ενοχών παράτησαν να ξεθωριάζει. 

Χθες, στο δρόμο περπατούσα των εχθρών,

τις παραστάσεις επίπεδες τις είχαν ξανακάνει,
στο σούρουπο αναζητούσα γι ακόμη μια φορά,
τα όνειρα που δεν μπόρεσαν να γίνουν πράξη,
σκόνη μιας ιστορίας που σημειώνεται ξανά,
στο κόσμο των ψυχών, αμέτρητα χρονιά μακριά.




AlexMil  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2010

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Ανύπαρκτος


Αισθάνομαι να ζω σε κόσμο δίχως τροφή,
σαν πατέντα ενός ανόητου ξεμωραμένου θεού,
σε δρόμους στοιχειωμένους σιωπηλά να περπατώ,
να ψάχνω πίσω από σκουπιδοτενεκέδες ηθικής,
σκελετωμένα απομεινάρια θυσιών και υποταγής,
μήπως και δω στις κόγχες του πεθαμένου χθες     
γιατί τα δάκρυα δεν μπορούν να σπάσουν τη σιωπή.

Νομίζω πως υπάρχω σε νευρώνες ηλίθιου μυαλού,
μια μόνο στιγμή, που είναι η δικιά μου ζωή,
μια υποψία  εφιαλτική,  που φαίνεται πραγματική,
όταν η αγωνία έχει στεγνώσει τη ψυχή,
να μη διακρίνω στη γυαλάδα του βρώμικου γυαλιού,
το σήμερα, έστω με αγάλματα  χωρίς σκιές,
αλλά το αύριο σε γκράφιτι με κόκκινες γραμμές.

Στο ψίθυρο του ανέμου που την μοναξιά μοιρολογεί   
ν’ ακούσω  προσπαθώ κάτι πειστικό, αναρωτιέμαι,
γιατί δεν μπορώ ν’ αγγίξω τις μύριες ψυχές,
που τρομαγμένες ακολουθούν σαν εφιαλτικές σκιές,   
είναι  σαν ψέμα που μοιάζει απόκοσμα αληθινό,
το βιβλίο των ωρών να ξεφυλλίζουν οι πνοές,  
το φως να εξασθενούν, να φανερώσουν τις ζωές.

Δεν είμαι σίγουρος αν ζω, αν άλλους παραπλανώ,
αν η σκιά μου, σκιάζει όνειρα τρελλών,
σ’ αμφιθέατρο με φανατικές φιγούρες αν είμαι θεατής,
αισθάνομαι ασώματες ματιές να με διαπερνούν,
σκέψεις  που σέρνονται, τενεκεδένιες ιαχές,
να μ’ οδηγούν να προσκυνήσω ένα παράσιτο θεό,   
ανύπαρκτος,  ένα παράδοξο σε μαίανδρο υπνωτικό.
 
Πάλι, στην έρημο του κόκκινου ήλιου περπατώ,
σκιάχτρο ρομποτικό σε φορμόλη χρονική,
τη συνείδηση των πραγμάτων υποτάσσω,
τις αναμνήσεις μιας άλλης ζωής μου ιχνηλατώ,  
επίπεδα οράματα σε ρολό μαύρου χαρτιού,
ακμές που ξετυλίγονται χωρίς προοπτική,
ενός τερατώδους σύμπαντος η μηχανική. 

Τώρα, καμπύλες ελικοειδείς στη σκόνη ζωντανεύω,  
κόσμους των μύθων με το λυκόφως σκηνογραφώ,
τους κτύπους της καρδιάς μου μήπως και συντονίσω
με τις μορφές  της αβεβαιότητας που ακολουθώ.    



AlexMil  Φεβρουάριος 2010

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Πάλι από την αρχή


Στο δρόμο του πεπρωμένου μου,
περπατούσα παράλληλα,
μια μαγεμένη στιγμή κατρακύλησε,
στο πέπλο του παρελθόντος σταμάτησε,
το χρόνο μου πάγωσε και μ’ έκπνευσε  
και μετά ξαναέζησα,
στο βάθος της προοπτικής τους αναγνώρισα,
προς εμένα ερχόντουσαν, μύριοι,
το χθες, σε άπειρους συνδυασμούς.

Έπειτα, κουλουριασμένος βρέθηκα,
μια ζωή σε μια στιγμή πέρασε,
στη σκοτεινή γωνιά της αναμονής,
εξαντλημένος από τον άρπαγα χρόνο,
να περιμένω και πάλι την αρχή,
αναμνήσεις  να μ’ αποχαιρετούν
χαμένες σκέψεις να ακολουθούν,
χαραυγή ανεξερεύνητης ζωής,
ύλη,  με προσδοκίες και μορφές.


Alexmil
Ιανουάριος 2010

Ευχαριστώ τις φίλες vicky και  Penthesileia
που με τα σχόλιά τους, βοήθησαν τις σκέψεις μου.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Κάτοικος του χρόνου


Όταν των πραγμάτων η άχρονη ουσία με τρομάζει,
και το αύριο ακατανόητη  διαδρομή φαντάζει,
το χρόνο σαν να διακρίνω στο δρόμο το κλειστό,
μορφή απειλητική, ένα ίχνος σκοτεινό,
ρωγμές εξώκοσμες να με κοιτούν,
σαν να μου λεν να μη  ξεχνώ πως είναι δω,
πως το ρολόι μου κρατά, τους λεπτοδείκτες του γυρνά,
το παρόν ασταμάτητα στο παρελθόν μου το ξοφλά.

Όμως, αν τον προσέξω πιο πολύ,
σαν να θυμίζει  εμένα όταν ήμουνα παιδί,
ίσως είναι όνειρο, των αισθήσεων συνομωσία,
περίπολος νυκτερινή στης ψυχής μου τα μονοπάτια   
που στο παρελθόν αναζητά των αναμνήσεων την αιώρα,  
για να τιμωρήσει τη ζωή που στο αντίο του κορμιού,
στο χώρο των πραγμάτων την συνείδηση αψηφά,
κι απ την πύλη της σιωπής σ’ άλλο σώμα διαπερνά.

Ένα παραμύθι τραγικό, του θανάτου είσαι παιγνίδι,
της συνείδησης ένα τοτέμ παραπλανητικό,   
που τη ζωή σε πειθαρχημένες στιγμές τη κομματιάζεις,
την αγωνία του αύριο στο εκκρεμές σου συγχρονίζεις
κι όπως σ’ αρέσει την μετράς, μήπως δικιά σου είναι;
τη μια τη τρέχεις γρήγορα όταν η χαρά σε ξεθωριάζει  
την άλλη πας αργά, το πόνο αβάστακτο το κάνεις,   
ένα θεός άχαρος, βασανιστής  της μαγείας της ζωής.

Για σκέψου αν μπορείς, το αύριο που μου στερείς,
είναι η απελευθέρωση απ τις αναμνήσεις της ζωής,
επιστροφή  στις αρχέγονες συμπαντικές γραμμές,
προνόμιο αρμονίας που δικαιούνται μόνο οι ψυχές,  
ταξίδι στην αιωνιότητα, χωρίς προγράμματα ζωής,
που δεν θα κάνεις ποτέ, είναι η κόλασή σου εκεί,  
καταραμένος να τριγυρνάς, να θυσιάζεις, να μετράς,
να γεννιέσαι και να γερνάς, χωρίς να πονάς, ν' αγαπάς.

Άκου χρόνε αυτό, το θάνατό μου δεν το φοβάμαι,
είναι η ήττα σου, αμέτρητες στη κάθε στιγμή σου,
κι αν τολμήσεις  σαν δημιουργό σου να με δεις,  
τότε θα καταλάβεις γιατί τώρα γελώ που με σκορπάς,  
που τους αγαπημένους στο παρελθόν μου εξαφανίζεις,  
στη ζωή είμαι περαστικός, της μοίρας  ένα συμβάν,  
όμως εσύ, θα είσαι εδώ, θα ζεις και θα πεθαίνεις
καταραμένος να φαντάζεσαι,  χωρίς τίποτα να ξέρεις.   



AlexMil



Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Αγαπημένη μηχανή



Μαρσάρω τη μοναξιά μου και τη σκόνη αφήνω,
το παρελθόν για να σβήσει σαν πέπλο ονειρικό,
πίσω κοιτώ και αποχαιρετώ τις μαγικές στιγμές,
που στη σοφίτα της ζωής σου με χρόνο δανεικό,
έζησα τυφλός, παθιασμένα, αμέτρητες ζωές.

Πάλι στο δρόμο, με τη τσόπερ χωρίς προορισμό,
στην ερημιά της λησμονιάς άγρια γκαζώνω,
στου ανέμου τη σιωπή η καρδιά μου ακολουθεί,
τις σειρήνες που οι δαίμονες της θλίψης,
μ’ ανάγκασαν να κυνηγώ χωρίς σταματημό.

Η φυγή μου, κάνει το χρόνο άγγισμα φιλικό,
αλχημιστής στη σέλα της αγαπημένης μηχανής,
με τις σταγόνες της αβεβαιότητας να κατρακυλούν,
τα χείλια να πικραίνουν με τη γεύση της ψυχής,
να συνομιλούν μαζί σου στο καθρέπτη της σιωπής.

Καβαλάρης στη άχνη του παρελθόντος,
καλπάζω σε ρόδες με ακτίνες δαιμονικές,
σπινθηροβόλες μορφές στης πορείας μου τις παρυφές,
κάνουν το δρόμο αστρικό, παράδοξα λογικό,
μονόλιθοι μαγικοί στου πεπρωμένου τη γραμμή.

Ακόμη σκοτάδι, η συνομωσία της ζωής,
πέρασμα υπνωτικό από σήραγγα χωρίς φως,
έκανε την αγάπη μου απόκρυφη διαδρομή,
στο μίτο της αλήθειας για να ισορροπώ,
να καταλάβω τη πύλη γιατί δεν μπόρεσα να βρω.

Που βρίσκεσαι, με τιμώρησε του χρόνου η δίνη,
δεν μου επέτρεψε να σε χω σε καθ επόμενη στιγμή,
ξέρεις, στις στροφές όταν το κορμί πλαγιάζει,
και ο χρόνος στου γκαζιού τη δύναμη νεκρώνει,
τα σώμα σου αισθάνομαι σαν να μ’ αγκαλιάζει.

Τότε, τα χέρια σου ν’ αγγίξω τρυφερά αναζητώ,
και σαν η μηχανή φτερά ατσάλινα να βγάζει,
στο κόκκινο πλανήτη της ψυχής μου μας πετά,
φαντασίωση σε οβελίσκο χαραγμένη, εγώ και συ,
αιώνια αγκαλιασμένοι με αστρική σκόνη σκεπασμένοι.

Τώρα, τη πίσω πόρτα του απείρου προσπερνώ,
στο μπαρ φρενάρω, μιας ξεχασμένης στάσης,
τα μάτια σου αναζητώ στα πρόσωπα της τύχης,
οι μάγοι της αυγής με οδηγούν προκλητικά, 
για ακόμη μια φορά στης επιθυμίας τη πλάνη. 




 
AlexMil Δεκέμβριος 2009


Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Σκέψεις αναμονής


Στο βρώμικο πλακόστρωτο γονάτισα
και το παγωμένο αίμα  που γλίστρησε
ουρλιάζοντας από τα λούκια της απελπισίας,   
στην αποβάθρα του παρελθόντος μου λίμνασε,
ένορκος καθρέπτης  ετυμηγορίας ενοχής
γι αυτά που έκανα και δεν έπρεπε να κάνω,
τη μορφή μου προβάλλοντας μισοσβησμένη,
πλάνο φθαρμένο στο έπος της ζωής.

Στην άδεια μποτίλια, το αερικό των αναμνήσεων,
σαν Βαβυλώνια αναγραφή σε πλάκα αναθεμάτων,
τα χείλη προκλητικά έγλειφε και με καλούσε,
η αλαζονεία σε ιδεογράμματα ανοησίας
του παρελθόντος τη κοροϊδία,
σε προπαγανδιστικές αφίσες τύπωνε,
αέρας νοσηρός από τη πόλη των ψυχών,
τις έφερνε για να σκεπάσουν,
της ψυχής μου τη σκοτεινή μπροσούρα.  

Στη ακονισμένη πύλη της ανυπαρξίας
ακέφαλα αγάλματα, φύλακες της νοσταλγίας,
τις ψυχές  σε  υπόγειο συρμό επιβίβαζαν,
για τον κόσμο που αιωρείται στις καρδιές μας,
αόρατες σιωπές, σαστισμένες   
με αποσκευές ονείρων  που δεν έζησαν,
με αντικείμενα που δεν δόθηκαν,   
αυταπάτες σε λίμνη μολύβδινων δακρύων.

Έρημος η ζωή, μισοθαμμένα ερείπια,   
καλπάζουσες οι στιγμές δραπετεύουν,
απ’ την όαση της υποχρεωτικής αναμονής,  
προκαταβολές οφθαλμαπάτης οι ελπίδες
σκεπασμένες με πορφυρό μανδύα,  
παραμένουν μνημειώδη ερωτηματικά,
σε τελματώδη υγρά σπερματικά,
παραστάσεις της βασανισμένης ύλης,
που ο αναβάτης της άλλης πλευράς,
για να τις εκμηδενίσει, να γεράσουν τις αφήνει.

Αναφιλητά από τις δονήσεις της καρδιάς
χαμένα μηνύματα στο άπειρο της περιπλάνησης  
αναζητούν πεπρωμένο στο  κόκκινο πλανήτη,
όνειρα ουσίας πλασμένα με δάκρυα,
δέσμια στο καθρέπτη του θυμικού,   
θωπεύουν την απελπισία της ψυχής,  
με αστρικές νεράιδες τη ζωή καθοδηγούν,
οδηγώντας την στο τέλος της σιωπής.



AlexMil  Δεκέμβριος  2009



Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Της ψυχής μου οι φόβοι



Με αργές κινήσεις στους ήχους του μπλουζ,
εκεί στο μπαρ του ντοκ 4 στο δυτικό λιμάνι,
το κορμί σου μέσα στο μαύρο κολάν ερέθιζες,
με κοιτούσες με μάτια λαμπερά και γέλαγες,
βραχνή φωνή από  εκκρίσεις ηδονής
σαν να ζητούσες, υγρά να ρουφηχτούν, να σμίξουνε.

Κάτω από το αράχνινο  μπλουζάκι σου,
υπόγειοι κόσμοι  οι ρώγες σου, 
καυτές αιχμές τη λάβα τους να χύσουνε,
προκλητικές, αυθάδεις υποσχέσεις 
στης γλώσσας τα τρυφερά αγγίσματα,
αρχαϊκή, παράξενη η  αφή της σάρκας σου
στη μυρωδάτες φαντασιώσεις μου.

Με παραισθήσεις του ποτού ερωτικές,
στη γωνιά του μπαρ τον ιδρώτα σου έγλυψα,
τη καυλωμένη σου αναπνοή ένοιωσα,
σαν δαιμονικό στο δέρμα μου άγγισμα,
στις ρουφηξιές του στριφτού σου χάθηκα
και την εκπνοή σου στα σωθικά μου ήθελα,
ερωτικές εκμυστηρεύσεις ανείπωτων στάσεων, 
στη μαύρη σου σχισμή με βύθισαν.

Υποσχέθηκες και στη πίστα ξαναγύρισες,
τα ανθρωπόμορφα σε περιτριγύρισαν,
κόκκινα μάτια εωσφόροι φαλλικοί σε άναψαν,
υγρά τους χύθηκαν σε στοιχειωμένες σταγόνες
που στο κορμί σου τιναζόντουσαν,
τρελαμένες διεγέρσεις που σε ξεγύμνωναν,
αισθανόσουν γυμνή και το έδειχνες,
σαν δαιμονισμένη με σάτυρους να σε υμνούν,
στα βρομόλογά τους ανταποκρινόσουνα.

Λαίμαργες οι φαντασιώσεις μου, σερνόντουσαν
πονηρά, πρόστυχα στις στοές του πόθου σου,
μεταλλαγμένες  από αλχημικά σπέρματα
σε αποφύσεις παράδοξες, υπερφυσικές,
που απομυζούσαν την ερεθισμένη αύρα σου,
σαν σχέση εφήμερη σε ξεπεσμένο hotel
μιας επαναστατημένης νύκτας περιθωριακής,
χωρίς όρια πόνου, ηδονής και ηθικής.

Την αναπνοή σου με χείλια μισάνοικτα,
όπως υποσχέθηκες ρούφηξα, μου δόθηκες,
και απορημένη  λίγο μετά σαν να ψιθύρισες,
πως γίνεται αυτό, να μοιάζεις σαν να ζεις,
έχοντας πουλήσει το θεό στο διάβολο;
πως γίνεται την ηδονή να αναζητάς
στο λυκόφως των αιμάτινων δακρύων
και δίστιχα ν’ απαγγέλεις ερωτικά;

Τι να της πω; για την υδατογραφία της,
που βυθισμένη στο παρελθόν διαλύθηκε;
για το πάθος που ο λαβύρινθος της αδιαφορίας
διαίρεσε σε αμέτρητα λεπιδόμορφα  κομμάτια;
για τις αλχημείες του χρόνου στη πυραμίδα της ζωής,
που τη νιότη  σε κρύπτη να γερνά φυλάκισε,
τιμωρώντας την αγάπη που τον αμφισβήτησε;

Δεν απάντησα, μόνο τα μάτια θάμπωσαν,
το βρώμικο αέρα έξω στην αποβάθρα ρούφηξα,
και  οι σκιές στο  βάθος και πάλι εμφανίστηκαν,
της ψυχής μου οι φόβοι για κόμη μια φορά πλησίαζαν.



ΑlexMil  Νοέμβριος 2009

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Πως σβήνει με δάκρυα η φωτιά;



Είναι οδυνηρό ο χρόνος να χλευάζει αναμνήσεις κάποιων στιγμών,
σκορπισμένων στην έρημο της απουσίας και του σκοτεινού φωτός,
ξεραμένα απομεινάρια στις άδειες φλέβες μιας ερωτικής αυταπάτης. 

Αισθάνθηκα συχνά την εκκωφαντική σιωπή σε πορείες αναρχικές,
όταν ματιές ελεύθερες και φοβισμένες, σαν σε συμφωνία μαγική,
με βήματα συγχρονισμένα, τη νέμεση των ιεραποστόλων προκαλούσαν
την αχρειότητα των αυλικών χλεύαζαν, τη λαδωμένη τους ομοιομορφία.

Ερωτεύθηκα τη μέθη της ζωής στο παγωμένο σκοτάδι της καταστολής
όπου λυκάνθρωπου κοινοί, πόρνοι σαδιστές από μαυσωλεία διαστροφής,
με τη θεολογία τους με ακροβατούσαν στη αυτοκαταστροφή,
για την ελευθερία τους που δεν υπηρετούσα, γιατί αθέιζα στη ουσία της ζωής.

Έγινα μάρτυρας της απόγνωσης, να πετρώνω από ντροπή,
να θέλω θρύψαλα να γίνω, όταν έβλεπα με κραυγές τη ζωή να φεύγει,
μη μπορώντας ν’ αντιδράσω για τους αδικαίωτους νεκρούς,
ούτε ακόμη τη τιμή τους να χαράξω σε σάρκινη μνήμη για να εξιλεωθώ.

Έκλαψα για χθεσινές στιγμές, χαμένες σε διαδρομές του τώρα,
που σαν παρανοϊκά φαντάσματα ρομαντικά με κυνηγούν
και σε σκοτεινές στοές με οδηγούν, σε εκτοπλάσματα ερωτημάτων,
επικήδειες επιγραφές, στοιβαγμένες στο υπόγειο της φθοράς μου.

Σαν σκιά αναζήτησα στο λυκόφως των αρχέτυπων συναισθημάτων,
στο κενοτάφιο του μυαλού μου, την ακονόπετρα της ελπίδας,
έγινα φορές, ακροβολιστής ερωτικών δαιμονικών φαντασιώσεων
με Καφκική ακουαρέλα μαύρες γραμμές έσυρα, τενεκεδένιων ιαχών.

Διαπίστωνα συχνά, όταν στη χοάνη της μετριότητας έπεφτα,
πως η ζωή, είναι καραβάνι σε ζωγραφισμένο χρόνο, κάδρο άδοξου θανάτου,
όπου η αγάπη η πραγματική, ο πόθος των βουβών αναμνήσεων,
βρίσκεται σε παρατημένες γκραβούρες, στο παζάρι των αναστεναγμών.

Τώρα, πέπλα χρονικά έχουν θολώσει το βλέμμα της ψυχής μου,
οι μύστες των παθών μου, στις αποβάθρες του αγοραίου βυθίστηκαν,
μοιχευμένες οι αναμνήσεις, ταλαντεύονται στους ανέμους του κόκκινου ήλιου,
αντικατοπτρισμοί παράλογοι σαν βλήματα που εκτοξεύουν ερινύες.

Τώρα στην αόρατη πόλη των ψυχών, η τραγικότητα σαν στάχτη γνωστική,
τη σιωπή κάνει ορατή σε σκέψεις που δεν αγγίζουν την ελπίδα,
και η ζωή, τραχύ άγγισμα αφής σε ρυτιδιασμένο σώμα,
χωρίς να θέλει απαντήσεις, πως σβήνει με δάκρυα η φωτιά αναρωτιέται. 




AlexMil Νοέμβριος 2009

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ν’ αγαπά μπορεί ακόμη



Πεινούσε,
σε σκουπίδια σκάλιζε απεγνωσμένα,  
στη νεκρή ζώνη μιας πόλης,
στη χωματερή εδέμ της,

ίσως της δικής σου φίλε,   

τη παραμονή του διεκδικούσε,
τη θλιβερή ζωή του,  
που επιδειξίες της αδιαφορίας
ανίατα δαιμονολογούσαν

και τη σκεπτόταν,
πεινασμένη ήταν κι αυτή,
ρουφηγμένη εικόνα χωρίς πνοή,   
κορμί με χαραγμένους λυγμούς
από σκόνη  χωρίς δάκρυα,
που λίγο πιο πέρα  ανακάτευε λαχανιασμένα,
το πολύτιμο να βρει
στων χορτάτων τ’ αποφάγια.

Ανθρώπινες ψυχές βασανισμένες,
σαν βγαλμένες,
από εγχειρίδιο απρόβλεπτων λαθών
το τρόμο της ψυχής τους,
μέσα απ’ την αγάπη διαλύουν,
σκουπιδόμορφους θεούς
κατ εικόνα τη ζωής τους
στο μυαλό τους φτιάχνουν,  
για να μπορούν όταν ψηλά κοιτούν
να απαντούν χωρίς υπεκφυγές,
με τα βασανισμένα εγώ τους.

Σε αγαπώ της ψιθυρίζει τρυφερά,
και τα εξορισμένα δάκρυα,
αιμάτινα απ’ το πολύ καιρό,
ξανάρχονται με αποχρώσεις οργισμένες,   
στη βίβλο των ανθρωπόμορφων θεών
κατρακυλούν,
κάτω από τα σκουπίδια
ακόμη πιο βαθειά τη σπρώχνουν.

Με τα ξεραμένα χείλια της,
ένα φιλί του δίνει αμοιβαίο,
να  αγαπά μπορεί ακόμη
κι αυτή του ψιθυρίζει,
στο χαροπάλεμα των σκουπιδιών,
αυτό μόνο την κάνει ευτυχισμένη

Κι άλλοι πολλοί,
στα σκουπίδια άγρια αναζητούν,
εκτοπισμένα σκυφτά σώματα,
του λαίμαργου πολιτισμού θυσίες,
σε τελετουργικά θανάτου καθημερινού,   
με πολλαπλούς κοφτερούς πόνους,
ψυχικά σπέρματα κατεστραμμένα,
και σωματικά αρρωστημένα,
λιγδωμένα από δαίμονες και εφιάλτες,
σκονισμένες στιγμές,
όλοι τους σε μια αισχρή πορεία,
μιζέριας και επιτρεπτού θανάτου.   

Στα πεινασμένα τους όνειρα,
η νέμεση των χορτασμένων,
σε λαϊκή αχόρταγων βρικολάκων
την αγάπη τους εκθέτει,  
από οριζόντια λαιμητόμο τη περνά,
ένα με τα σκουπίδια να τη κάνει θέλει,
όμως, κανείς δεν ζει χωρίς αγάπη,

και στης χωματερής τη θρηνωδία,  
όπου το άχρηστο στάζει θολωμένο αίμα,
ο έρωτας με μαγικούς τρόπους ανθίζει,
το χάδι σαν χρήσιμο σκουπίδι,
έστω για λίγο τη πείνα εκφυλίζει,
και τις ψυχές τους από το άλγος,
με δάκρυα αγάπης  ανακουφίζει.



AlexMil   Οκτώβριος 2009

Υ.Γ. Ο πρώτος πίνακας είναι του Rene Magritte με τίτλο "the lovers" και ο δεύτερος του De Chirico με τίτλο "The Nostalgia of the infinite", αφιερώνονται εξαιρετικά και αντίστοιχα στις  φίλες Patatula και Penthesileia.
 Βέβαια,  αφιερώνονται επίσης,  σε όλους τους φίλους και φίλες μου μπλόκερς με πολύ -πολύ αγωνιστική αγάπη.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Άνδρας με άποψη


Πόσο τη γουστάρω,
φοράει το τίποτα
και με μάτια λιγούρικα,
με κοιτάζει  ξετσίπωτα,
κουνιέται πέρα δώθε
με μοντελέ κουνήματα,
ρουφώντας  λαίμαργα
σε ενσταντανέ βρώμικα,
το καπιτονέ βάρβαρο,
ένα μάνατζερ,
με καμπριολέ σαράβαλο.   

Το ξέρω,
είμαι τέλειος,
αποζάριστος και ανέμελος,
ένας κλοσάρ,
σαν παπάς παίδαρος,
αναμμένος και πρόθυμος
από εξομολογήσεις ένοχος,
με σέξι μετρητά,
από πωλήσεις νόμιμες,
λιγούρης για ηθικές,
αλλά μπαρόβιες γκόμενες.

Το μαλλί τινάζω ατίθασα,
τα φυλλάδια  που μοίραζα,
πριν λίγο τελείωσα,
και με το κολλητό
το Ζάχο το ξανθό,
χαριτόβρυτο και κουνιστό,
στο μπαρ,
με τα φούξια τα καρέ
βρεθήκαμε.
Την είδα,
και τις σάχλες άρχισα,
μάγκικα ρούφηξα,
φιλήδονα ξύστηκα
και με  στυλ ειδήμονα,
τη πλησίασα.

Το παπάρα,
με μια κλωτσιά ξαπόστειλε,
στου Ζάχου την αγκαλιά τον έστειλε,
με άρπαξε από τα μαλλιά
και με γονάτισε,
με λύτρωσε,
το στερημένο μου μάτι,
το τρέλανε,
σηκώθηκα,
και ακομπλεξάριστα,
τσιφτετέλι
με ροκαμπιλιές της χόρεψα.

Την άρπαξα,
το ανατομικό μου αγκάλιασμα
τη πόνεσε,
η βλαμμένη μου ματιά,
από το πάθος που άναψε
την ερέθισε,
με σικ το στριγκάκι μου έπιασε
και κατατρόμαξε,
τον ήθελε,
και σαν ξετσίπωτη βαμπ,
αμπαλάζ μ’ έκανε
και στη καρότσα του αγροτικού
με πέταξε.

Με αποτρίχωση ριζική
μ’ ερέθισε,
αφού πρώτα,
χειροπέδες με πέρασε,  
δωρητή σώματος
μ’ έκανε
καθώς μ’ έγλειφε,
και όταν τέλειωσε,
το παπάρα από μέσα φώναξε,
με γονάτισε,  
με λιμπεράτσε τεχνική
με λάδωσε,
και  αλύπητα με πέθανε 



Πλήρωσα,
από τα διαφημιστικά που μοίρασα,
και περπατώντας,  
σαν άνδρας με άποψη,
απομακρύνθηκα….


AlexMil  Οκτώβριος 2009





Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Ας πούμε



Ανθρωπόμορφος,
από μοχθηρά λεπιδωτά εγώ,
γαντζωμένα σε έντερο πρωκτικό,
με κροταλίζοντα εξελιγμένο σκελετό,
καλυμμένος έντιμα, καθησυχαστικά,
με παραπλάνησης δερματικό ιστό,


σαν κάποιο τέρας εκφυλιστικό,
σε εφιάλτη μνησίκακο σωφρονιστικό, 

είναι ένας άνθρωπος καθημερινός,
ένας οποιοσδήποτε αποδεκτός
ας πούμε, νοικοκύρης ή οπαδός.   

Με δικαιώματα πέους κατοχυρωμένα,
και αιδοία αυνανισμένα
από χέρια με σταυρούς ζωγραφισμένα,
πορνογραφικά φωτορομάντζα,
σε αφροδίσιους τοίχους της ζωής αναρτημένα,
κρύβει της κακίας το πυρετό
και τις ρυτιδιασμένες συνουσίες του
με  ερμαφρόδιτες σκέψεις ανθρωπιστικές. 

Είναι ένα άνθρωπος σωστός,
από δημόσια έκθεση γνωστός
ας πούμε, φιλάνθρωπος ή πολιτικός.   

Ψυχές με πυώδη έλκη εκτεθειμένες,
με ευλάβεια μιας χρήσης περιτυλιγμένες,  
νάνοι τριχωτοί, αρσενικοί και θηλυκοί,
συναισθημάτων άξεστοι εμιγκρέδες,
Ιανοί,  αναστολείς της ηθικής,
της αναισθησίας γονιμοποιητές,
που στάζουν υγρά αιδιολειχίας,
με επιθυμίες επιτρεπτής πεολειχίας
και εκκενώσεις  φθόνου και ζηλείας, 

είναι άνθρωποι αγαπητοί,
που έχουν την εμπιστοσύνη τιμητή
ας πούμε, εραστές ή φίλοι κολλητοί.   

Ωτακουστές εσωτερικών οργάνων,
κατακάθια τιποτένιων θρύψαλων,  
με πυροβολισμούς  εξ επαφής
από αρρωστημένες εκκρίσεις ρατσιστικές,    
μολύνουν τις κραυγές πείνας,
καθοδηγούν φίδια κίβδηλης ιεροπρέπειας
και ιεραρχημένης ανικανότητας,    
ως μούμιες τρελαμένες, αναιμικές,
από αντικατοπτρισμούς ιδιοκτησιακούς
σε στρατόπεδα ψευδαισθήσεων νομοταγών. 

Είναι άνθρωποι σεβαστοί,
με οσμές αγιοσύνης και τιμής,
ας  πούμε, πατριώτες ή πιστοί.



Κι  όλοι αυτοί ανάμεσά μας κι άλλοι πολλοί,
κουφάρια με σκόνη αναισθησίας ιερή,  
άψυχες ψυχές, σπερματοφάγοι μοχθηροί,
άπληστοι σε μολυσμένα δοχεία κρανιακά,
κενά από συναισθήματα και ανθρωπιά,
ρουφιάνοι  χωρίς αραβουργήματα ζωής,

όμως, πιστικοί, συνηθισμένοι, ηθικοί,
με μερίσματα υπεράνω υποψίας, διπλανοί   
τεμαχιστές χωρίς ίχνος ενοχής της ανθρώπινης ζωής,
σε κάθε στιγμή όταν η ευκαιρία τους δοθεί.


AlexMil    Οκτώβριος 2009

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Είναι τραγικό να μη μπορώ



Πως γίνεται; θα μου το πείτε,
τα βράδια άνθρωποι
να κοιμούνται πεινασμένοι,
σε απόγνωση, ερειπωμένοι,
κι άλλοι, απ’ τη πολύ τροφή,
να κοιμηθούν να μη μπορούν,
λαίμαργοι με την υπερβολή;

Είναι δίκαιο αυτό;
ιερωμένοι ή δικαστές,
ας απαντήσουν, το μπορούν;
η ανθρώπινη, η θεία ηθική,
τους πεινασμένους πως δικαιολογεί;
θα ήταν χρήσιμο να ειπωθεί,
από ιερατεία της πολιτικής,
πως αποτιμάται η ανθρώπινη ζωή;
μήπως τα ζώα τα οικιακά,
έχουν αξία μεγαλύτερη
από των πεινασμένων τα παιδιά;
μήπως τα όσια και ιερά
είναι των δαιμόνων
υποσχέσεις λησμονιάς,
που το κακό
το χουν κάνει συμπαθητικό,
που πετούν λίγη τροφή,
την απληστία για να κρύψουν,
ανθρώπινη και θεϊκή;

Είναι θλιβερό, ο άνθρωπος,
την αλληλεγγύη της ζωής,
σαν ελεημοσύνη να τη βλέπει
και να πιστεύει,
πως όταν βοηθά προσφέρει,
στα σκελετωμένα τα παιδιά,
εκείνο που τους πρέπει.
Ο θάνατος συνεχίζει να κοιτά,
ξεδιάντροπα, προκλητικά,
ξέρει τη ζωή να αφαιρεί,
δίνοντας στους επόμενους,
ψεύτικες ελπίδες
για μια καλύτερη ζωή.

Ποιος φταίει;
εύκολα μπορεί ν’ απαντηθεί,
αν πρώτα ακουστεί,
πως ο παράδεισος,
δεν είναι η ανταμοιβή
και πως αυτοί ,
όταν μιλούν για ηθική,
για πίστη και υπακοή,
της κυριαρχίας είναι η ελίτ
της πείνας οι υπεύθυνοι,
οι ένοχοι οι πραγματικοί.

 
Η πείνα είναι προϊόν κλοπής,
είναι της εκμετάλλευσης
και της ανοχής η πρακτική,
η συνωμοσία της σιωπής,
η εκατόμβη της όποιας ηθικής.
Κι όποιος νομίζει πως
η απληστία και η αρπαγή,
δεν αφαιρούν των παιδιών του τη ζωή
δεν ξέρει πως η ζωή,
εύκολα μπορεί ν’ αντιστραφεί,
και σε μια στιγμή,
της πείνας το ατέλειωτο κλάμα
να κυριέψει τη δικιά τους τη ψυχή. 

………
είναι τραγικό να μη μπορώ,
μέσα από τα πεινασμένα μάτια των παιδιών,
να διακρίνω το θεό.


AlexMil   Σεπτέμβριος 2009

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Η απόγνωσή σου με υπέκυψε



Τα μάτια σου,
μαύρες τρύπες με καταβρόχθισαν,
τη σιγουριά μου απογύμνωσαν,
κι όταν με κοίταξες,
αιχμηρό μέταλλο πυρωμένο,
σκάλισε βαθιά,
τη σάρκα και τη ψυχή μου.

Φοβήθηκα,
η απόγνωσή σου με υπέκυψε,  
άγνωστοι  
σε ανεμοδαρμένες ζωές,
κι όμως, η στιγμή,
σαν προσταγή πυροβολισμού,
τη θλίψη σου,
στο μέσα μου έφερε,
ασφυξία οργανική,
πόνος, απόκοσμος, τρομακτικός.  

Αθόρυβες κραυγές,
σαν αίμα που τινάζεται θανατερά,
ψίθυροι σπαρακτικοί,
μετέωροι στο σκοτάδι ν’ αναζητούν,
την ελπίδα, την αποκάλυψη,
μήπως όλα,
όνειρο είναι εφιαλτικό,
δαιμονικές δυνάμεις,
στο βάθος διαδρόμου κλινικής,  
σε διεστραμμένο στοίχημα,
θανάτου και ζωής.

Στη μοίρα σου,  
για λίγο συγχρονίστηκα,
ξέρω,
οι μεγάλοι πόνοι
δεν είναι ποτέ σιωπηλοί,
νοερά το χέρι σου έσφιξα,
σ’ ένα κόσμο,
που γρήγορα για σένα έφτιαξα,
όμορφες στιγμές να σου χαρίσω,
το θαύμα να προσφέρω,
ελπίδα, με λόγια παρηγοριάς.

Ανταποκρίθηκες,…….
και προσπέρασα……

Νομίζω πως θέλω να κλάψω,
δεν μπορώ να σκεφθώ
χωρίς να λυπάμαι.
Όλα, θέατρο υποταγής
βουβά στη τραγικότητά τους,
με της ψυχής μου τα δάκρια,
ν’ αποσαθρώνουν,
στις λίγες στιγμές που σ’ ένοιωσα,
τη πίστη μου,
στο θεϊκό και ανθρώπινο.


Το σιωπηρό σου σώμα,
στο φορείο αντίκρισα,
Αισχύλειο δράμα,
το μετέωρο σκοτάδι
εκρήξεων βιοχημικών
και κυτταρικής τρέλας,
καλυμμένο,    
με της απελπισίας το πέπλο,
αστραπές αγωνίας,
στη μοναξιά της αποκάλυψης.




Κι έκλαψα,
σαν πρώην ζωντανός,
η σφαγμένη μου ψυχή,
τα δάκρυα,
δεν μπόρεσε να συγκρατήσει.


AlexΜil   Σεπτέμβριος 2009