Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Παράξενη συνάντηση

Ήταν γύρω στο 40, μέσο ύψος, σώμα χωρίς περιττό βάρος, δέρμα ελάχιστα σκούρο, μαλλιά μαύρα μακριά, αχτένιστα, κάπως φουντωτά και το πρόσωπο σκαμμένο από πολλές και λεπτές ρυτίδες, που δεν φαινόντουσαν να είναι του χρόνου, αλλά κάποιου βάρους ίσως, της ψυχής, της ζωής,
……. που παρόλα αυτά ήταν πανέμορφο.

Τη συνάντησα φεύγοντας από το στούντιο για φαγητό. Στεκόταν στην άκρη του δρόμου, φαινόταν να αμφιταλαντεύεται για κάτι, είχε μια έντονη ανησυχία, σαν απομίμηση σε γυάλινο θόλο που επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις.

Αυτό που με ‘κανε να την προσέξω περισσότερο, ήταν πως δεν κουβαλούσε κάτι, μια τσάντα, ένα πορτοφόλι. Δεν φαινόταν πάντως για εγκαταλειμμένη, φτωχό ντύσιμο, παλιό τζιν, μπορντό μακό μπλούζα με σημάδια φθοράς, παπούτσια άλλης εποχής, αλλά έδινε την εντύπωση μιας φροντίδας από άλλους.

Δύσκολα μπορώ να εκφράσω με λόγια την ομορφιά της, φανταστείτε φίλοι μου, μια Αιγύπτια στις εποχές των Φαραώ, μια Μεξικανή στο στρατό του Πάντσο Βίλα , μια Ιταλίδα σε ορεινό χωριό της Σικελίας και θα πλησιάσετε την εικόνα της.

Μια αρχαϊκή ομορφιά, έξω από το κάδρο της πραγματικότητας.

Mια παράξενη συνάντηση, ένα σκηνικό περισσότερο σουρεαλιστικό παρά πραγματικό. Σαν από άλλο κόσμο, μιας παράλληλης διάστασης, που μια χωρο χρονική ανωμαλία, την εμφάνισε για λίγο στο κόσμο μας.
Σαν να μας κοιτούσε από την άλλη πλευρά με μια αόρατη επιφάνεια να μας χωριζει.

Και το πιο περίεργο, μου θύμιζε μια γυναίκα που γνώρισα, σαν να ήταν χρόνια μετά. Μήπως λοιπόν ήταν όλα μια προβολή της ψυχής μου, μια προσφορά της για να με διασκεδάσει;
Δεν ξέρω, υπήρξε πάντως, φανταστική ή πραγματική δεν έχει και τόσο σημασία.

Συνέχισα το δρόμο μου, σκεπτόμενος στην επιστροφή μου, εφόσον είναι ακόμη εκεί να τη μιλήσω και αν θέλει και μπορώ να τη βοηθήσω.
Θα μου πείτε γιατί δεν το έκανα εκείνη τη στιγμή. Δεν ξέρω, είχα την αίσθηση ότι θα την εύρισκα στην επιστροφή.

Τι αλτρουισμός έ; Θα δάκρυζαν και οι ανταγωνιστές μου ακόμη.

Όμως στην επιστροφή τη ξέχασα εντελώς, το πιστεύετε;
Μια συνάντηση τόσο παράξενη, να την αγνοήσω μετά από λίγο. Άρχισα να αμφιβάλλω, πρόωρη μαλάκυνση σκέφθηκα, το παθαίνουν όμορφοι σαν εμένα.

Όμως δεν τα παράτησα, φανταστείτε με να τρέχω, - δεν ξέρετε και την εμφάνισή μου, ένα και εβδομήντα περίπου, γύρω στα πενήντα χρόνια, ογδόντα κιλά, μακρύ καστανό - ξανθο μαλλί, σκουλαρίκι (όχι στη μύτη), μουσάκι μικρό, αρκετά μακρύ, σαν Αρμένιος έμπορας ή Κινέζος καρατέκα, ανάλογα με τη σινέ κουλτούρα σας – μια αστεία κατάσταση.
Έτρεξα λοιπόν για να τη βρω, αλλά είχε χαθεί.

Έψαχνα τις επόμενες μέρες, είχα φορέσει και το “θλιμμένος– μεσήλικος – ροκάς” στιλάκι μου, μαύρα ρούχα, δεμένα σε κότσο μαλλιά, κινητό αφής τελευταίας τεχνολογίας, αλλά ο Μπακούνιν και πάλι δεν με βοήθησε, δεν μπόρεσα να τη βρω.

Και τα παράτησα, ικανοποιημένος, - όταν δεν κάνω κάτι ουσιαστικό πάντα μένω ικανοποιημένος - γιατί προσπάθησα.

Συνεχίζω δε να τη σκέπτομαι μέχρι σήμερα.
θα μου πείτε, μια συνάντηση στο δρόμο ήταν, ναι, αλλά παράξενη, εξωπραγματική, σχεδόν απόκοσμη, που σπάνια τυχαίνει στη ζωή μας.

Στο επόμενο post θα ανεβάσω στοίχους για όλα τα παραπάνω.

AlexMil


Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Οβελίσκος της ζωής


Πόσο σ’ αγαπώ ακόμη
,
Λένε πως ο χρόνος είναι γιατρικό
μα φαίνεται πως δεν αγάπησαν ποτέ τους.
Η νοσταλγία σου δάκρυα της ψυχής μου,
η απουσία σου χάσιμο της προοπτικής μου,
η προσμονή σου, ελπίδα μου αγαπημένη.

Πόσο σε σκέπτομαι,
έφυγες, όπως ξαφνικά στη ζωή μου ήρθες,
σαν του χρόνου τη στιγμή,
μα πρόλαβα,
τα ίχνη της μορφής σου στα αστέρια να αποτυπώσω,
πρόλαβα στης ψυχής μου το καμβά,
με τρελαμένες πινελιές
το χρόνο μας να ζωγραφίσω.

Πόσο μου λείπεις,
ο χρόνος μου την απουσία σου μετράει,
με τους ήχους της σιωπής η μοναξιά μου,
με μνήμες της στοργής η θλίψη μου,
με τα μάτια της ψυχής μου ο χρόνος μας.

Πόσο υποφέρω,
ψηλαφώ τη πίκρα μου και πονώ,

πονούσα πριν σε γνωρίσω,
και όταν σε βρήκα στο μηδέν, εκεί έμεινα,
στη μοναξιά της προσμονής,
για μια δόση στοργής,
προπληρωμένης με της ψυχής μου την υποταγή.

Πόσο λυπάμαι,
για τα όνειρα που χάθηκαν
στο κόσμο που ξανασχεδίασα για σένα,
για τις στιγμές μας, που στη μνήμη μου τρεμοσβήνουν,
λίγο πριν του γαλαξία η σκόνη,
παντοτινά σκεπάσει,
πόσο λυπάμαι γι’ αυτά που δεν ειπώθηκαν,
περιττά έγιναν με υποτίμησης δόσεις.

Πόσο αγωνιώ για σένα,
δεν το ξέρεις, δεν το φαντάζεσαι,
έτσι είναι η αγάπη,
οβελίσκος της ζωής,
με μυστικά που δεν πρόκειται πότε να αποκαλύψει
και στο χρόνο που περνά
τη μνήμη σου σε ασπρόμαυρα καρέ τοποθετώ
την απουσία σου γεωμετρώ
γιατί δεν θέλω να σταματήσεις να υπάρχεις.

Τώρα,
στο κόσμο των ματωμένων φεγγαριών,
στη πόλη των ψιθύρων της φθοράς,
μέσα σε στοές μεσαιωνικές
στους άλλους την εικόνα σου ψάχνω,
ξέρω πως δεν πρόκειται ποτέ μου να τη βρω,
όμως θα σε αναζητώ,
είναι το μόνο που μένει,
μέχρι της σκιάς τα πλάσματα από τη πλευρά τους με πάρουν.

Μάιος 2009 Alex Mil


Μια γυναίκα μέσης ηλικίας περπατά κουρασμένα στο χωματόδρομο,
ένας ήλιος απελπιστικά δυνατός, κίτρινος, θαμπός από την αιωρούμενη σκόνη του Νοτιά,
σπαρτά κι απ’ τις δυο πλευρές έτοιμα για θερισμό, σε χρυσαφένιους κυματισμούς,
ήχοι που δεν ενοχλούν, το ελαφρύ θρόισμα των γήινων καρπών, ανακατεμένο με τον αργόσυρτο ήχο της ρόδας ενός εγκαταλελειμμένου ποδηλάτου,
και στο βάθος ένα δένδρο με πορτοκαλί απόχρωση, γέρικο, μοναχικό, όρθιο ακόμη, αξιοπρεπές.
Η γυναίκα το πλησιάζει, ακουμπά στο κορμό του, κάθεται.
Η καρδιά της κτυπά δυνατά, ο ιδρώτας ανακατεμένος με τη σκόνη σχηματίζει ανεπαίσθητες γραμμές στο δέρμα της, σαν ρυτίδες σμιλευμένες από χαρισματικό τεχνίτη του χρόνου.
Τα μάτια της θολά, κοιτούν αλλά δεν βλέπουν, το μυαλό σκέπτεται με θλίψη,
μόλις πριν από λίγο κατέβηκε στη διασταύρωση.
Δεν είχε προορισμό, είχε χάσει την αρχή, μετά την διαδρομή, και τώρα αναζητούσε το μήνυμα της συνέχειας.

Ανόητε, δεν κατάλαβες τίποτε, μονολόγησε,

Κρατούσε ένα χαρτί με στοίχους γραμμένο,
το τσαλάκωσε νευρικά,
το κράτησε για λίγο σφικτά με τα ιδρωμένα της χέρια,
το πλησίασε στο πρόσωπο, το οσμίστηκε, το φίλησε
και μετά με δύναμη το πέταξε προς το σπαρμένο χωράφι.

Μάιος 2039