Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Αγαπημένη μηχανή



Μαρσάρω τη μοναξιά μου και τη σκόνη αφήνω,
το παρελθόν για να σβήσει σαν πέπλο ονειρικό,
πίσω κοιτώ και αποχαιρετώ τις μαγικές στιγμές,
που στη σοφίτα της ζωής σου με χρόνο δανεικό,
έζησα τυφλός, παθιασμένα, αμέτρητες ζωές.

Πάλι στο δρόμο, με τη τσόπερ χωρίς προορισμό,
στην ερημιά της λησμονιάς άγρια γκαζώνω,
στου ανέμου τη σιωπή η καρδιά μου ακολουθεί,
τις σειρήνες που οι δαίμονες της θλίψης,
μ’ ανάγκασαν να κυνηγώ χωρίς σταματημό.

Η φυγή μου, κάνει το χρόνο άγγισμα φιλικό,
αλχημιστής στη σέλα της αγαπημένης μηχανής,
με τις σταγόνες της αβεβαιότητας να κατρακυλούν,
τα χείλια να πικραίνουν με τη γεύση της ψυχής,
να συνομιλούν μαζί σου στο καθρέπτη της σιωπής.

Καβαλάρης στη άχνη του παρελθόντος,
καλπάζω σε ρόδες με ακτίνες δαιμονικές,
σπινθηροβόλες μορφές στης πορείας μου τις παρυφές,
κάνουν το δρόμο αστρικό, παράδοξα λογικό,
μονόλιθοι μαγικοί στου πεπρωμένου τη γραμμή.

Ακόμη σκοτάδι, η συνομωσία της ζωής,
πέρασμα υπνωτικό από σήραγγα χωρίς φως,
έκανε την αγάπη μου απόκρυφη διαδρομή,
στο μίτο της αλήθειας για να ισορροπώ,
να καταλάβω τη πύλη γιατί δεν μπόρεσα να βρω.

Που βρίσκεσαι, με τιμώρησε του χρόνου η δίνη,
δεν μου επέτρεψε να σε χω σε καθ επόμενη στιγμή,
ξέρεις, στις στροφές όταν το κορμί πλαγιάζει,
και ο χρόνος στου γκαζιού τη δύναμη νεκρώνει,
τα σώμα σου αισθάνομαι σαν να μ’ αγκαλιάζει.

Τότε, τα χέρια σου ν’ αγγίξω τρυφερά αναζητώ,
και σαν η μηχανή φτερά ατσάλινα να βγάζει,
στο κόκκινο πλανήτη της ψυχής μου μας πετά,
φαντασίωση σε οβελίσκο χαραγμένη, εγώ και συ,
αιώνια αγκαλιασμένοι με αστρική σκόνη σκεπασμένοι.

Τώρα, τη πίσω πόρτα του απείρου προσπερνώ,
στο μπαρ φρενάρω, μιας ξεχασμένης στάσης,
τα μάτια σου αναζητώ στα πρόσωπα της τύχης,
οι μάγοι της αυγής με οδηγούν προκλητικά, 
για ακόμη μια φορά στης επιθυμίας τη πλάνη. 




 
AlexMil Δεκέμβριος 2009


Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Σκέψεις αναμονής


Στο βρώμικο πλακόστρωτο γονάτισα
και το παγωμένο αίμα  που γλίστρησε
ουρλιάζοντας από τα λούκια της απελπισίας,   
στην αποβάθρα του παρελθόντος μου λίμνασε,
ένορκος καθρέπτης  ετυμηγορίας ενοχής
γι αυτά που έκανα και δεν έπρεπε να κάνω,
τη μορφή μου προβάλλοντας μισοσβησμένη,
πλάνο φθαρμένο στο έπος της ζωής.

Στην άδεια μποτίλια, το αερικό των αναμνήσεων,
σαν Βαβυλώνια αναγραφή σε πλάκα αναθεμάτων,
τα χείλη προκλητικά έγλειφε και με καλούσε,
η αλαζονεία σε ιδεογράμματα ανοησίας
του παρελθόντος τη κοροϊδία,
σε προπαγανδιστικές αφίσες τύπωνε,
αέρας νοσηρός από τη πόλη των ψυχών,
τις έφερνε για να σκεπάσουν,
της ψυχής μου τη σκοτεινή μπροσούρα.  

Στη ακονισμένη πύλη της ανυπαρξίας
ακέφαλα αγάλματα, φύλακες της νοσταλγίας,
τις ψυχές  σε  υπόγειο συρμό επιβίβαζαν,
για τον κόσμο που αιωρείται στις καρδιές μας,
αόρατες σιωπές, σαστισμένες   
με αποσκευές ονείρων  που δεν έζησαν,
με αντικείμενα που δεν δόθηκαν,   
αυταπάτες σε λίμνη μολύβδινων δακρύων.

Έρημος η ζωή, μισοθαμμένα ερείπια,   
καλπάζουσες οι στιγμές δραπετεύουν,
απ’ την όαση της υποχρεωτικής αναμονής,  
προκαταβολές οφθαλμαπάτης οι ελπίδες
σκεπασμένες με πορφυρό μανδύα,  
παραμένουν μνημειώδη ερωτηματικά,
σε τελματώδη υγρά σπερματικά,
παραστάσεις της βασανισμένης ύλης,
που ο αναβάτης της άλλης πλευράς,
για να τις εκμηδενίσει, να γεράσουν τις αφήνει.

Αναφιλητά από τις δονήσεις της καρδιάς
χαμένα μηνύματα στο άπειρο της περιπλάνησης  
αναζητούν πεπρωμένο στο  κόκκινο πλανήτη,
όνειρα ουσίας πλασμένα με δάκρυα,
δέσμια στο καθρέπτη του θυμικού,   
θωπεύουν την απελπισία της ψυχής,  
με αστρικές νεράιδες τη ζωή καθοδηγούν,
οδηγώντας την στο τέλος της σιωπής.



AlexMil  Δεκέμβριος  2009