Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Νο 249 (αισθήματα)


Κι όμως,
σε δυο σακούλες
οικολογικές ,
τα αισθήματά μου κουβαλούσα,
ήταν χύδην,
πολλά και ολίγον ποικίλα
κι ένα χαοτικό γεγονός:
μια αιωρούμενη στιγμή
από το βάρος
της υποκρισίας έπεσε,
κι έγινε εμπόδιο·

----------------------------------
κι ο μαλάκας
παραπάτησα, δεν έπεσα,
όμως οι σακούλες
σκίστηκαν,
και τα αισθήματα
στο πλακόστρωτο
κατρακύλησαν,
όλα,  χοροπηδώντας
εξαφανίστηκαν·
ένα έμεινε να με κοιτά:
μάτια στρογγυλά
και αναμνήσεις ηδονικές,
ειχε και ύφος λυπημένο·
---------------------------------
δεν το πολυσκέφτηκα,
με το παπούτσι  το πάτησα
το κλώτσησα  κιόλας,
και δεν το  ξανακοίταξα, 
το δρόμο μου 
ανάλαφρος συνέχισα·

AlexMil
   29-04-2013

Νο 248 ( διασκέδαση)



Με δύναμη
εκσφενδόνισα
το σκουρόχρωμο μπουκάλι,
έπινα μπύρες
σ ένα κωλομπάρ,
στημένο σε αδιέξοδο
κοντά στο Βαρδάρη,
γκελάρισε, δεν έσπασε,
στον υγρό διάδρομο
κατρακύλησε
και κάπου σταμάτησε:
το ξέχασα,
τους τύπους όμως
ενόχλησε,
που στα σκοτεινά
• το παλιομοδίτικο
αμπαζούρ φώτιζε αχνά
ένα βρώμικο κόκκινο •
χαμούρευαν κάτι ξέμπαρκες
γριές βιζιτούδες•
----------------------------------
συγγνώμη ζήτησα,
δεν ήθελα τσαμπουκάδες,
κουβαλούσα βέβαια
το σιδερικό,
ήταν όμως
μόνο για δουλειά,
για εκφοβισμούς
και παρόμοιες εργολαβίες•
το πουτανάκι απέναντι
είχα βάλει στο μάτι:
στο σκαπό στριφογύριζε
και βροντερά
χασκογελούσε,
ήταν σίγουρα πιωμένη
γύρω στα πενήντα και κάτι,
λίγο πληθωρική,
κάπως χυμένη,
φαινόταν
παλιά καραβάνα,
για όλα και πεπειραμένη •
------------------------------
στον αράπη έκανα νόημα:
εκ μέρους μου,
ένα σφηνάκι της κέρασε,
αργά γύρισε,
με κοίταξε σκληρά
το ήπιε
με μια γουλιά
κι ακόμη ένα,
έπειτα, δίπλα μου ήρθε,
δεν έβγαλε μιλιά,
άρχισε αργά
να μου τον τρίβει•
προνόησα, ώρες πριν
είχα πιεί το χαπάκι:
κι έτσι, σηκωμένο
όπως τον είχα
•το βρώμικο παραβάν
μας έκρυβε•
χωρίς να τη ξεντύσω,
από πίσω άγρια τη πήρα:
----------------------------------
έκανε πως καύλωνε,
βογκούσε
και τα χείλη ξερογλείφε,
τέλειωσα γρήγορα
χωρίς ν ανταλλάξαμε κουβέντα •
-------------------------------
πλήρωσα το νταβατζή,
ήταν φτηνή τελικά
και στην δουλειά μου έφυγα,
την εργολαβία
που το αφεντικό μου ανέθεσε
έπρεπε να εκτελέσω.



AlexMil  29-40-2013









Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Νο 247 (θλίψη)

Μια μέρα ακόμη,
•η αναθεματισμένη θλίψη•
σαν άνεμος
φορτωμένος με αναμνήσεις,
ρουφιέται
ακούσια,
στην κάθε ανάσα μου,
σε κάθε αναστεναγμό•
υποβάλλομαι,
σε μια ξεδιάντροπη
σιωπή,
που σκαλίζει
και κομματιάζει
τις όποιες πολύχρωμες
σκέψεις μου,
και έπειτα,
συντρίμμια τις φτύνει,
στης απελπισίας
τα οδοστρώματα•
----------------------------
περπατώ
στο δρόμο της
υπαρξιακής διελκυστίνδας ,
οργισμένος είμαι,
θέλω στο διάολο
να τους στείλω όλους,
θέλω επιτέλους να
κάνω το στρατό μου:
με μάγους και ξωτικά,
καβαλάρηδες
σε μαμούθ
και δεινόσαυρους,
κι έπειτα,
να τους τρέψω
όλους σε φυγή,
επιτέλους, να διώξω
και την αναθεματισμένη θλίψη.

AlexMil 29-04-2013

Νο 246 (μαυρισμένα στάχυα)


Δεν μπόρεσα
τη ζωή σου να κερδίσω, 
εθισμένες
είχες τις σκέψεις σου,
στις απαιτήσεις
του βάναυσου κατακτητή·
σε ρώτησα:
θέλεις βοήθεια;
με κοίταξες θορυβημένη,
ο ντίλερ
στο ξέφωτο της πλατείας
κρυφοκοίταζε,
· φύγε Αλέξανδρε
δεν αξίζω  πια το κόπο·
και το καπνό
με αναστεναγμό, 
σαν ουρλιαχτό 
πληγωμένης  λέαινας
ξεφύσησες·
τα στάχυα σου
μαυρισμένα  εδώ και καιρό,
κι εγώ στο δρόμο
να παλεύω  άγρια, 
στο ξέφωτο
της σωτηρίας σου
για να φθάσω:
σύντομα ξαναγύρισα,
αλλά δεν πρόλαβα,
έμαθα:
·τα τσακισμένα σου
σκοτάδια
ρούφηξες για
τελευταία φορά
και για πάντα χάθηκες ·
έφυγα,
τα δάκρυα σκούπισα,
αποφασισμένος
το  πόλεμο
πιο έντονα να συνεχίσω.


AlexMil   28-04-2013


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Νο 245 (ανεμόσκαλα)


Όταν μου είπες:
θέλω  να πιάσω το φεγγάρι,
ήταν μια νύχτα
φεγγαρόλουστη,
ανάντι  στο πέτρινο γεφύρι,
σου δωσα τότε μια ανεμόσκαλα,
την είχα φτιάξει 
χρόνια πριν,  
όταν ήμουν
ηλεκτρισμένος, 
με φεγγαρόσκονη  και
οσία αγάπη,
γέλασες και μου πες:
·δεν είναι δυνατόν,
η βαρύτητα δεν το επιτρέπει·
δεν απάντησα
και χασκογέλασα ο βλάκας,
όμως η σκέψη
πονηρά  μου κλείσε το μάτι
η ανόητη,   δεν ξέρει,
δεν θα μάθει ποτέ, 
τι είναι  η αγάπη

AlexMil
 27-04-2013

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

No 244 (origami)



Το είδα,
βρισκόταν  στο μεσαιωνικό 
δρύινο κομό,
·από παλιατζίδικο αγορασμένο·
πάνω στο  λευκό μάρμαρο,
ένα  σωμόν  οριγκάμι,
φτιαγμένο με χαρτί  θηλυκό,
ήταν δικό της,
της άρεζε
τα αισθήματα να μεταφέρει
 στις  κινήσεις των χεριών:
ένα δράκος
με αγκάθινα φτερά
και στο μπαρόκ καθρέπτη
πάνω απ το κομό
λέξεις γραμμένες με ιριδίζον κραγιόν:
για σένα με αιώνια αγάπη

Παράξενο, 
το προηγούμενο βράδυ
τους δρόμους μας  
εκ νέου προσδιορίσαμε
και τους χωρίσαμε,
το δέχθηκε με λυγμούς,
όμως,
τα δάκτυλά της αισθάνθηκα:
κέρινα στο κορμί μου 
να βυθίζονται,
και τα μάτια της, για μια στιγμή, 
μαύρα μαρμάρινα 
να γίνονται·

Κι όταν ξαφνικά,
το σωμόν οριγκάμι  να κινείται
άρχισε,
τότε την εκδίκησή της
κατάλαβα:
σε χάρτινο δράκο μεταμορφώθηκα,
με χάρτινη ψυχή,
κατάρα όμως,  παντοτινή:
με αισθήσεις και αισθήματα ανθρώπινα.  

AlexMil   26-04-2013