Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ο χρόνος



Ζει μέσα μας, στο φόβο ξεκουράζεται,
είναι ο ξενιστής, ρουφάει τη ζωή μας,
πατέντα θεϊκή  που με πίστη εφαρμόζει,
χαράζει αυλακιές,  τα σώματα σκορπάει.

Το κόλπο φοβερό, ξεχνάμε το θεριό,
το  χρόνο, που στο διάβα του ερημώνει,
με υποσχέσεις τις ελπίδες ξελιγώνει ,
ανόητοι εμείς, με χρήμα τον ξοφλούμε.

Σχέδιο κακό, διεφθαρμένων μηχανικών,  
του έδωσαν,  άπληστη αιωνία τη ζωή,
σε μας, βλακεία να τον υπηρετούμε,
  τιμητές των γενεθλίων του οι άμοιροι,

Κι αυτός στέκεται και μας περιμένει,
όταν έλθει η στιγμή της άγιας εντολής,
τα παίρνει όλα και μας εξαφανίζει,  
η μοίρα μας, τραγική και αδιανόητη.



AlexMil  31-12-2012


Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Η σαλάτα





Το αγγούρι απ το ψυγείο έβγαλα,
κάτι δροσερό ήθελα, λαίμαργα,
για να το ξεφλουδίσω το πιασα,
φαντασιώθηκα κι έγινε θεόρατο. 

Απαλά τη χούφτα μου έκλεισα,
και σαν από ένστικτό το χάιδεψα,
διακριτικά τα δάκτυλα έτριψαν
και από άκρη σε άκρη το πέρασα.

Τότε συνήθως θυμάμαι βρώμικα,
παίδαρους και ντίβες αμέτρητους,
το Μήτσο, το Νίκο και  τη Ρουλα,
τη Ντινα, τον Κώστα και τον Αλέξη,

Είμαι τίμια αλλά κάπως λαίμαργη,
και όταν φοράω τις  παντούφλες
και το κομπινεζόν  της φίλης μου,
τότε γίνομαι μια γριά πεινασμένη.

Τις γόβες με τα σπιρούνια φόρεσα,
απ’ το  Μήτσο, το φαλακρό ράφτη,
φόρεσα και το καστόρινο παλτό μου,
απ τον Αλέξη το χούφταλο μηχανικό.

Έτσι, όμορφη σαν αναμμένη νύφη,
το αγγούρι έπιασα να το ζεστάνω
όμως αυτό, μαλάκωσε, μαράθηκε,
του Μήτσου θυμώνουν η ανόητη.

Το δυστυχισμένο όμως το γλύτωσα, 
σαλατικό το έκανα με κουνουπίδι,
μόρφαζα και τα χείλη μου έγλειφα,
ολόκληρο νόμιζα πως το έτρωγα. 

Η μαμά μου πάντα με δάκρυα έλεγε,
με τα μεγέθη μη παίζεις και πολύ,
νόστιμα είναι τ’ άτιμα, χορταστικά,
τσούζουν όμως, ενίοτε πονούν τρελά.

Όμως τη μητρική σοφία δεν άκουσα,
όπως βλέπετε, τ’ αγγούρια λάτρεψα,
τα βλέπω και τρελαίνομαι η πρόστυχη,
όλα τα τρώω ουρλιάζοντας ολόγυμνη.   



AlexMil  27-12-2012

Y
.Γ. Αν οι στίχοι θυμίζουν κάποιους ή
       κάποιες είναι καθαρή σύμπτωση,
      ζητώ ένα μεγάλο συγγνώμη.
      Στη ζωή και σύμφωνα με τη θεωρία
      των παράλληλων κόσμων,
      πιθανόν όλα αυτά να συμβαίνουν
      σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου
      όλοι μας έχουμε το αντίγραφό  μας.


Θαμπωμένα μάτια



Οι σκέψεις στριφογυρίζουν τη ψυχή μου,
και το σκοτάδι, τ’ άστρα φέρνει κοντά,
με τη σιωπή, ζωντανεύει τη καρδιά μου,
και με λέξεις που δεν έχουν ακουστεί,
για την αγαπημένη μού σιγοψιθυρίζει.

Απ το μπαρ έφυγα του κόκκινου βράχου,
φλεγόμενες σφαίρες ο βραδινός άνεμος,
τα σωθικά πνίγει με αρματωλή σκόνη,
απελπισμένα κοιτώ μήπως την ξαναδώ,
ο άτιμος, άγρια, στροβιλίζει τη μορφή της.

Θαμπωμένα τα μάτια, οργισμένη πνοή,
σε μονοπάτι βουβών σκέψεων οδηγούν,
με  όπλο της μνήμης,  στοχεύω το μυαλό,
αυτόχειρας της νοσταλγίας, καραδοκώ,
μήπως τον υπαίτιο,  το χρόνο αφανίσω.

Όμως το ξέρω το διαβολεμένο σκηνικό,
απ το θάνατο της νύχτας  φοβισμένος,
στον υγρό μου παράδεισο ξαναγυρνώ,  
με τον Μέγιστο συνομιλώ για το Θεό,
στάχτη βλέπω να θολώνει το ποτό μου.



AlexMil  30-12-2012

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Ξεφλουδισμένες σκέψεις, σπασμένες



Αρχίζω να σιχαίνομαι τον εαυτό μου,
ο χρόνος με τη σαλιωμένη φάτσα του,
στο κορμί φτύνει λεκέδες και ρυτίδες,
αλίμονο, άρχισε και με τη ψυχή μου,
με τρυπάει με λόγχες στομωμένες.

Πύρινος ο ήλιος καίει τη λογική μου,
ξεφλουδισμένες σκέψεις, σπασμένες,
ακολουθούν το δρόμο της μοίρας μου,
κολασμένη πορεία με μάτια σπαρμένη,
που ορθάνοικτα ικετεύουν για σκοτάδι.   

Μόνος  έμεινα, άνυδρος, φθαρμένος,
του τέλους να κουβαλώ  τη κληρονομιά,
μοναχική ζωή σαν κλαδί σκελετωμένο,
 που ο χρόνος με τα δόντια γράπωσε,
και σαν κανίβαλος καταβροχθίζει.
  
Τους αγγέλους  της εποχής ζήτησα,
δεν ήρθαν, σε  θεούς ήταν νοικιασμένοι,
έτσι κι εγώ  στο κουρασμένο σπιτικό,
τις παλιές μου φωτογραφίες  ξεκρεμώ ,
στόρια κατεβάζω, καλώντας το σκοτάδι .



AlexMil   29-12-2012





Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

H απελπισία μου σε κούτες




Παραγέμισα δυο κούτες με απελπισία,
και πάνω τους κάθισα κουρασμένος,
το ζηλιάρη χρόνο νίκησα επιτέλους,   
τις σκιές δεν βλέπω να κατασκοπεύουν,
μόνο τρελές γκόμενες να μου χορεύουν. 


Το σκοτάδι στη σοφίτα μυρίζει βρώμικα,
με νυχιές άπονες πληγώνει τη ψυχή μου,
κι όμως,  γελώ με τις αιμάτινες κηλίδες,
  με δηλώνουν ένοχο και ταπεινωμένο,   
το σώμα μου λέρωσαν και κοροϊδεύουν.

Σε σκισμένες εικόνες χάνεται η ζωή μου,
θαμμένη από σωριασμένες κουρτίνες,
έφυγε γρήγορα, ξέφυγε και η σκιά μου,
κρίμα, άγγελοι
τη πνοή μου δεν πρόλαβαν,
τα μαύρα φτερά έπεσαν να τη σκεπάσουν.

Απ το φεγγίτη, graffiti βλέπω αναστημένα,  
αλαφιασμένα, τρέχουν και σκοτώνονται,
λυγισμένα τα σπίτια,  παραμορφωμένα,  
σωροί γίνονται, σώματα για να σκεπάσουν,
κι εγώ, έντρομος, κοιτώ και καταλαβαίνω.





AlexMil  28-12-2012