Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Της ψυχής μου οι φόβοι



Με αργές κινήσεις στους ήχους του μπλουζ,
εκεί στο μπαρ του ντοκ 4 στο δυτικό λιμάνι,
το κορμί σου μέσα στο μαύρο κολάν ερέθιζες,
με κοιτούσες με μάτια λαμπερά και γέλαγες,
βραχνή φωνή από  εκκρίσεις ηδονής
σαν να ζητούσες, υγρά να ρουφηχτούν, να σμίξουνε.

Κάτω από το αράχνινο  μπλουζάκι σου,
υπόγειοι κόσμοι  οι ρώγες σου, 
καυτές αιχμές τη λάβα τους να χύσουνε,
προκλητικές, αυθάδεις υποσχέσεις 
στης γλώσσας τα τρυφερά αγγίσματα,
αρχαϊκή, παράξενη η  αφή της σάρκας σου
στη μυρωδάτες φαντασιώσεις μου.

Με παραισθήσεις του ποτού ερωτικές,
στη γωνιά του μπαρ τον ιδρώτα σου έγλυψα,
τη καυλωμένη σου αναπνοή ένοιωσα,
σαν δαιμονικό στο δέρμα μου άγγισμα,
στις ρουφηξιές του στριφτού σου χάθηκα
και την εκπνοή σου στα σωθικά μου ήθελα,
ερωτικές εκμυστηρεύσεις ανείπωτων στάσεων, 
στη μαύρη σου σχισμή με βύθισαν.

Υποσχέθηκες και στη πίστα ξαναγύρισες,
τα ανθρωπόμορφα σε περιτριγύρισαν,
κόκκινα μάτια εωσφόροι φαλλικοί σε άναψαν,
υγρά τους χύθηκαν σε στοιχειωμένες σταγόνες
που στο κορμί σου τιναζόντουσαν,
τρελαμένες διεγέρσεις που σε ξεγύμνωναν,
αισθανόσουν γυμνή και το έδειχνες,
σαν δαιμονισμένη με σάτυρους να σε υμνούν,
στα βρομόλογά τους ανταποκρινόσουνα.

Λαίμαργες οι φαντασιώσεις μου, σερνόντουσαν
πονηρά, πρόστυχα στις στοές του πόθου σου,
μεταλλαγμένες  από αλχημικά σπέρματα
σε αποφύσεις παράδοξες, υπερφυσικές,
που απομυζούσαν την ερεθισμένη αύρα σου,
σαν σχέση εφήμερη σε ξεπεσμένο hotel
μιας επαναστατημένης νύκτας περιθωριακής,
χωρίς όρια πόνου, ηδονής και ηθικής.

Την αναπνοή σου με χείλια μισάνοικτα,
όπως υποσχέθηκες ρούφηξα, μου δόθηκες,
και απορημένη  λίγο μετά σαν να ψιθύρισες,
πως γίνεται αυτό, να μοιάζεις σαν να ζεις,
έχοντας πουλήσει το θεό στο διάβολο;
πως γίνεται την ηδονή να αναζητάς
στο λυκόφως των αιμάτινων δακρύων
και δίστιχα ν’ απαγγέλεις ερωτικά;

Τι να της πω; για την υδατογραφία της,
που βυθισμένη στο παρελθόν διαλύθηκε;
για το πάθος που ο λαβύρινθος της αδιαφορίας
διαίρεσε σε αμέτρητα λεπιδόμορφα  κομμάτια;
για τις αλχημείες του χρόνου στη πυραμίδα της ζωής,
που τη νιότη  σε κρύπτη να γερνά φυλάκισε,
τιμωρώντας την αγάπη που τον αμφισβήτησε;

Δεν απάντησα, μόνο τα μάτια θάμπωσαν,
το βρώμικο αέρα έξω στην αποβάθρα ρούφηξα,
και  οι σκιές στο  βάθος και πάλι εμφανίστηκαν,
της ψυχής μου οι φόβοι για κόμη μια φορά πλησίαζαν.



ΑlexMil  Νοέμβριος 2009

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Πως σβήνει με δάκρυα η φωτιά;



Είναι οδυνηρό ο χρόνος να χλευάζει αναμνήσεις κάποιων στιγμών,
σκορπισμένων στην έρημο της απουσίας και του σκοτεινού φωτός,
ξεραμένα απομεινάρια στις άδειες φλέβες μιας ερωτικής αυταπάτης. 

Αισθάνθηκα συχνά την εκκωφαντική σιωπή σε πορείες αναρχικές,
όταν ματιές ελεύθερες και φοβισμένες, σαν σε συμφωνία μαγική,
με βήματα συγχρονισμένα, τη νέμεση των ιεραποστόλων προκαλούσαν
την αχρειότητα των αυλικών χλεύαζαν, τη λαδωμένη τους ομοιομορφία.

Ερωτεύθηκα τη μέθη της ζωής στο παγωμένο σκοτάδι της καταστολής
όπου λυκάνθρωπου κοινοί, πόρνοι σαδιστές από μαυσωλεία διαστροφής,
με τη θεολογία τους με ακροβατούσαν στη αυτοκαταστροφή,
για την ελευθερία τους που δεν υπηρετούσα, γιατί αθέιζα στη ουσία της ζωής.

Έγινα μάρτυρας της απόγνωσης, να πετρώνω από ντροπή,
να θέλω θρύψαλα να γίνω, όταν έβλεπα με κραυγές τη ζωή να φεύγει,
μη μπορώντας ν’ αντιδράσω για τους αδικαίωτους νεκρούς,
ούτε ακόμη τη τιμή τους να χαράξω σε σάρκινη μνήμη για να εξιλεωθώ.

Έκλαψα για χθεσινές στιγμές, χαμένες σε διαδρομές του τώρα,
που σαν παρανοϊκά φαντάσματα ρομαντικά με κυνηγούν
και σε σκοτεινές στοές με οδηγούν, σε εκτοπλάσματα ερωτημάτων,
επικήδειες επιγραφές, στοιβαγμένες στο υπόγειο της φθοράς μου.

Σαν σκιά αναζήτησα στο λυκόφως των αρχέτυπων συναισθημάτων,
στο κενοτάφιο του μυαλού μου, την ακονόπετρα της ελπίδας,
έγινα φορές, ακροβολιστής ερωτικών δαιμονικών φαντασιώσεων
με Καφκική ακουαρέλα μαύρες γραμμές έσυρα, τενεκεδένιων ιαχών.

Διαπίστωνα συχνά, όταν στη χοάνη της μετριότητας έπεφτα,
πως η ζωή, είναι καραβάνι σε ζωγραφισμένο χρόνο, κάδρο άδοξου θανάτου,
όπου η αγάπη η πραγματική, ο πόθος των βουβών αναμνήσεων,
βρίσκεται σε παρατημένες γκραβούρες, στο παζάρι των αναστεναγμών.

Τώρα, πέπλα χρονικά έχουν θολώσει το βλέμμα της ψυχής μου,
οι μύστες των παθών μου, στις αποβάθρες του αγοραίου βυθίστηκαν,
μοιχευμένες οι αναμνήσεις, ταλαντεύονται στους ανέμους του κόκκινου ήλιου,
αντικατοπτρισμοί παράλογοι σαν βλήματα που εκτοξεύουν ερινύες.

Τώρα στην αόρατη πόλη των ψυχών, η τραγικότητα σαν στάχτη γνωστική,
τη σιωπή κάνει ορατή σε σκέψεις που δεν αγγίζουν την ελπίδα,
και η ζωή, τραχύ άγγισμα αφής σε ρυτιδιασμένο σώμα,
χωρίς να θέλει απαντήσεις, πως σβήνει με δάκρυα η φωτιά αναρωτιέται. 




AlexMil Νοέμβριος 2009

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Ν’ αγαπά μπορεί ακόμη



Πεινούσε,
σε σκουπίδια σκάλιζε απεγνωσμένα,  
στη νεκρή ζώνη μιας πόλης,
στη χωματερή εδέμ της,

ίσως της δικής σου φίλε,   

τη παραμονή του διεκδικούσε,
τη θλιβερή ζωή του,  
που επιδειξίες της αδιαφορίας
ανίατα δαιμονολογούσαν

και τη σκεπτόταν,
πεινασμένη ήταν κι αυτή,
ρουφηγμένη εικόνα χωρίς πνοή,   
κορμί με χαραγμένους λυγμούς
από σκόνη  χωρίς δάκρυα,
που λίγο πιο πέρα  ανακάτευε λαχανιασμένα,
το πολύτιμο να βρει
στων χορτάτων τ’ αποφάγια.

Ανθρώπινες ψυχές βασανισμένες,
σαν βγαλμένες,
από εγχειρίδιο απρόβλεπτων λαθών
το τρόμο της ψυχής τους,
μέσα απ’ την αγάπη διαλύουν,
σκουπιδόμορφους θεούς
κατ εικόνα τη ζωής τους
στο μυαλό τους φτιάχνουν,  
για να μπορούν όταν ψηλά κοιτούν
να απαντούν χωρίς υπεκφυγές,
με τα βασανισμένα εγώ τους.

Σε αγαπώ της ψιθυρίζει τρυφερά,
και τα εξορισμένα δάκρυα,
αιμάτινα απ’ το πολύ καιρό,
ξανάρχονται με αποχρώσεις οργισμένες,   
στη βίβλο των ανθρωπόμορφων θεών
κατρακυλούν,
κάτω από τα σκουπίδια
ακόμη πιο βαθειά τη σπρώχνουν.

Με τα ξεραμένα χείλια της,
ένα φιλί του δίνει αμοιβαίο,
να  αγαπά μπορεί ακόμη
κι αυτή του ψιθυρίζει,
στο χαροπάλεμα των σκουπιδιών,
αυτό μόνο την κάνει ευτυχισμένη

Κι άλλοι πολλοί,
στα σκουπίδια άγρια αναζητούν,
εκτοπισμένα σκυφτά σώματα,
του λαίμαργου πολιτισμού θυσίες,
σε τελετουργικά θανάτου καθημερινού,   
με πολλαπλούς κοφτερούς πόνους,
ψυχικά σπέρματα κατεστραμμένα,
και σωματικά αρρωστημένα,
λιγδωμένα από δαίμονες και εφιάλτες,
σκονισμένες στιγμές,
όλοι τους σε μια αισχρή πορεία,
μιζέριας και επιτρεπτού θανάτου.   

Στα πεινασμένα τους όνειρα,
η νέμεση των χορτασμένων,
σε λαϊκή αχόρταγων βρικολάκων
την αγάπη τους εκθέτει,  
από οριζόντια λαιμητόμο τη περνά,
ένα με τα σκουπίδια να τη κάνει θέλει,
όμως, κανείς δεν ζει χωρίς αγάπη,

και στης χωματερής τη θρηνωδία,  
όπου το άχρηστο στάζει θολωμένο αίμα,
ο έρωτας με μαγικούς τρόπους ανθίζει,
το χάδι σαν χρήσιμο σκουπίδι,
έστω για λίγο τη πείνα εκφυλίζει,
και τις ψυχές τους από το άλγος,
με δάκρυα αγάπης  ανακουφίζει.



AlexMil   Οκτώβριος 2009

Υ.Γ. Ο πρώτος πίνακας είναι του Rene Magritte με τίτλο "the lovers" και ο δεύτερος του De Chirico με τίτλο "The Nostalgia of the infinite", αφιερώνονται εξαιρετικά και αντίστοιχα στις  φίλες Patatula και Penthesileia.
 Βέβαια,  αφιερώνονται επίσης,  σε όλους τους φίλους και φίλες μου μπλόκερς με πολύ -πολύ αγωνιστική αγάπη.