Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Άνδρας με άποψη


Πόσο τη γουστάρω,
φοράει το τίποτα
και με μάτια λιγούρικα,
με κοιτάζει  ξετσίπωτα,
κουνιέται πέρα δώθε
με μοντελέ κουνήματα,
ρουφώντας  λαίμαργα
σε ενσταντανέ βρώμικα,
το καπιτονέ βάρβαρο,
ένα μάνατζερ,
με καμπριολέ σαράβαλο.   

Το ξέρω,
είμαι τέλειος,
αποζάριστος και ανέμελος,
ένας κλοσάρ,
σαν παπάς παίδαρος,
αναμμένος και πρόθυμος
από εξομολογήσεις ένοχος,
με σέξι μετρητά,
από πωλήσεις νόμιμες,
λιγούρης για ηθικές,
αλλά μπαρόβιες γκόμενες.

Το μαλλί τινάζω ατίθασα,
τα φυλλάδια  που μοίραζα,
πριν λίγο τελείωσα,
και με το κολλητό
το Ζάχο το ξανθό,
χαριτόβρυτο και κουνιστό,
στο μπαρ,
με τα φούξια τα καρέ
βρεθήκαμε.
Την είδα,
και τις σάχλες άρχισα,
μάγκικα ρούφηξα,
φιλήδονα ξύστηκα
και με  στυλ ειδήμονα,
τη πλησίασα.

Το παπάρα,
με μια κλωτσιά ξαπόστειλε,
στου Ζάχου την αγκαλιά τον έστειλε,
με άρπαξε από τα μαλλιά
και με γονάτισε,
με λύτρωσε,
το στερημένο μου μάτι,
το τρέλανε,
σηκώθηκα,
και ακομπλεξάριστα,
τσιφτετέλι
με ροκαμπιλιές της χόρεψα.

Την άρπαξα,
το ανατομικό μου αγκάλιασμα
τη πόνεσε,
η βλαμμένη μου ματιά,
από το πάθος που άναψε
την ερέθισε,
με σικ το στριγκάκι μου έπιασε
και κατατρόμαξε,
τον ήθελε,
και σαν ξετσίπωτη βαμπ,
αμπαλάζ μ’ έκανε
και στη καρότσα του αγροτικού
με πέταξε.

Με αποτρίχωση ριζική
μ’ ερέθισε,
αφού πρώτα,
χειροπέδες με πέρασε,  
δωρητή σώματος
μ’ έκανε
καθώς μ’ έγλειφε,
και όταν τέλειωσε,
το παπάρα από μέσα φώναξε,
με γονάτισε,  
με λιμπεράτσε τεχνική
με λάδωσε,
και  αλύπητα με πέθανε 



Πλήρωσα,
από τα διαφημιστικά που μοίρασα,
και περπατώντας,  
σαν άνδρας με άποψη,
απομακρύνθηκα….


AlexMil  Οκτώβριος 2009





Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ας πούμε



Ανθρωπόμορφος,
από μοχθηρά λεπιδωτά εγώ,
γαντζωμένα σε έντερο πρωκτικό,
με κροταλίζοντα εξελιγμένο σκελετό,
καλυμμένος έντιμα, καθησυχαστικά,
με παραπλάνησης δερματικό ιστό,


σαν κάποιο τέρας εκφυλιστικό,
σε εφιάλτη μνησίκακο σωφρονιστικό, 

είναι ένας άνθρωπος καθημερινός,
ένας οποιοσδήποτε αποδεκτός
ας πούμε, νοικοκύρης ή οπαδός.   

Με δικαιώματα πέους κατοχυρωμένα,
και αιδοία αυνανισμένα
από χέρια με σταυρούς ζωγραφισμένα,
πορνογραφικά φωτορομάντζα,
σε αφροδίσιους τοίχους της ζωής αναρτημένα,
κρύβει της κακίας το πυρετό
και τις ρυτιδιασμένες συνουσίες του
με  ερμαφρόδιτες σκέψεις ανθρωπιστικές. 

Είναι ένα άνθρωπος σωστός,
από δημόσια έκθεση γνωστός
ας πούμε, φιλάνθρωπος ή πολιτικός.   

Ψυχές με πυώδη έλκη εκτεθειμένες,
με ευλάβεια μιας χρήσης περιτυλιγμένες,  
νάνοι τριχωτοί, αρσενικοί και θηλυκοί,
συναισθημάτων άξεστοι εμιγκρέδες,
Ιανοί,  αναστολείς της ηθικής,
της αναισθησίας γονιμοποιητές,
που στάζουν υγρά αιδιολειχίας,
με επιθυμίες επιτρεπτής πεολειχίας
και εκκενώσεις  φθόνου και ζηλείας, 

είναι άνθρωποι αγαπητοί,
που έχουν την εμπιστοσύνη τιμητή
ας πούμε, εραστές ή φίλοι κολλητοί.   

Ωτακουστές εσωτερικών οργάνων,
κατακάθια τιποτένιων θρύψαλων,  
με πυροβολισμούς  εξ επαφής
από αρρωστημένες εκκρίσεις ρατσιστικές,    
μολύνουν τις κραυγές πείνας,
καθοδηγούν φίδια κίβδηλης ιεροπρέπειας
και ιεραρχημένης ανικανότητας,    
ως μούμιες τρελαμένες, αναιμικές,
από αντικατοπτρισμούς ιδιοκτησιακούς
σε στρατόπεδα ψευδαισθήσεων νομοταγών. 

Είναι άνθρωποι σεβαστοί,
με οσμές αγιοσύνης και τιμής,
ας  πούμε, πατριώτες ή πιστοί.



Κι  όλοι αυτοί ανάμεσά μας κι άλλοι πολλοί,
κουφάρια με σκόνη αναισθησίας ιερή,  
άψυχες ψυχές, σπερματοφάγοι μοχθηροί,
άπληστοι σε μολυσμένα δοχεία κρανιακά,
κενά από συναισθήματα και ανθρωπιά,
ρουφιάνοι  χωρίς αραβουργήματα ζωής,

όμως, πιστικοί, συνηθισμένοι, ηθικοί,
με μερίσματα υπεράνω υποψίας, διπλανοί   
τεμαχιστές χωρίς ίχνος ενοχής της ανθρώπινης ζωής,
σε κάθε στιγμή όταν η ευκαιρία τους δοθεί.


AlexMil    Οκτώβριος 2009

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Είναι τραγικό να μη μπορώ



Πως γίνεται; θα μου το πείτε,
τα βράδια άνθρωποι
να κοιμούνται πεινασμένοι,
σε απόγνωση, ερειπωμένοι,
κι άλλοι, απ’ τη πολύ τροφή,
να κοιμηθούν να μη μπορούν,
λαίμαργοι με την υπερβολή;

Είναι δίκαιο αυτό;
ιερωμένοι ή δικαστές,
ας απαντήσουν, το μπορούν;
η ανθρώπινη, η θεία ηθική,
τους πεινασμένους πως δικαιολογεί;
θα ήταν χρήσιμο να ειπωθεί,
από ιερατεία της πολιτικής,
πως αποτιμάται η ανθρώπινη ζωή;
μήπως τα ζώα τα οικιακά,
έχουν αξία μεγαλύτερη
από των πεινασμένων τα παιδιά;
μήπως τα όσια και ιερά
είναι των δαιμόνων
υποσχέσεις λησμονιάς,
που το κακό
το χουν κάνει συμπαθητικό,
που πετούν λίγη τροφή,
την απληστία για να κρύψουν,
ανθρώπινη και θεϊκή;

Είναι θλιβερό, ο άνθρωπος,
την αλληλεγγύη της ζωής,
σαν ελεημοσύνη να τη βλέπει
και να πιστεύει,
πως όταν βοηθά προσφέρει,
στα σκελετωμένα τα παιδιά,
εκείνο που τους πρέπει.
Ο θάνατος συνεχίζει να κοιτά,
ξεδιάντροπα, προκλητικά,
ξέρει τη ζωή να αφαιρεί,
δίνοντας στους επόμενους,
ψεύτικες ελπίδες
για μια καλύτερη ζωή.

Ποιος φταίει;
εύκολα μπορεί ν’ απαντηθεί,
αν πρώτα ακουστεί,
πως ο παράδεισος,
δεν είναι η ανταμοιβή
και πως αυτοί ,
όταν μιλούν για ηθική,
για πίστη και υπακοή,
της κυριαρχίας είναι η ελίτ
της πείνας οι υπεύθυνοι,
οι ένοχοι οι πραγματικοί.

 
Η πείνα είναι προϊόν κλοπής,
είναι της εκμετάλλευσης
και της ανοχής η πρακτική,
η συνωμοσία της σιωπής,
η εκατόμβη της όποιας ηθικής.
Κι όποιος νομίζει πως
η απληστία και η αρπαγή,
δεν αφαιρούν των παιδιών του τη ζωή
δεν ξέρει πως η ζωή,
εύκολα μπορεί ν’ αντιστραφεί,
και σε μια στιγμή,
της πείνας το ατέλειωτο κλάμα
να κυριέψει τη δικιά τους τη ψυχή. 

………
είναι τραγικό να μη μπορώ,
μέσα από τα πεινασμένα μάτια των παιδιών,
να διακρίνω το θεό.


AlexMil   Σεπτέμβριος 2009

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Η απόγνωσή σου με υπέκυψε



Τα μάτια σου,
μαύρες τρύπες με καταβρόχθισαν,
τη σιγουριά μου απογύμνωσαν,
κι όταν με κοίταξες,
αιχμηρό μέταλλο πυρωμένο,
σκάλισε βαθιά,
τη σάρκα και τη ψυχή μου.

Φοβήθηκα,
η απόγνωσή σου με υπέκυψε,  
άγνωστοι  
σε ανεμοδαρμένες ζωές,
κι όμως, η στιγμή,
σαν προσταγή πυροβολισμού,
τη θλίψη σου,
στο μέσα μου έφερε,
ασφυξία οργανική,
πόνος, απόκοσμος, τρομακτικός.  

Αθόρυβες κραυγές,
σαν αίμα που τινάζεται θανατερά,
ψίθυροι σπαρακτικοί,
μετέωροι στο σκοτάδι ν’ αναζητούν,
την ελπίδα, την αποκάλυψη,
μήπως όλα,
όνειρο είναι εφιαλτικό,
δαιμονικές δυνάμεις,
στο βάθος διαδρόμου κλινικής,  
σε διεστραμμένο στοίχημα,
θανάτου και ζωής.

Στη μοίρα σου,  
για λίγο συγχρονίστηκα,
ξέρω,
οι μεγάλοι πόνοι
δεν είναι ποτέ σιωπηλοί,
νοερά το χέρι σου έσφιξα,
σ’ ένα κόσμο,
που γρήγορα για σένα έφτιαξα,
όμορφες στιγμές να σου χαρίσω,
το θαύμα να προσφέρω,
ελπίδα, με λόγια παρηγοριάς.

Ανταποκρίθηκες,…….
και προσπέρασα……

Νομίζω πως θέλω να κλάψω,
δεν μπορώ να σκεφθώ
χωρίς να λυπάμαι.
Όλα, θέατρο υποταγής
βουβά στη τραγικότητά τους,
με της ψυχής μου τα δάκρια,
ν’ αποσαθρώνουν,
στις λίγες στιγμές που σ’ ένοιωσα,
τη πίστη μου,
στο θεϊκό και ανθρώπινο.


Το σιωπηρό σου σώμα,
στο φορείο αντίκρισα,
Αισχύλειο δράμα,
το μετέωρο σκοτάδι
εκρήξεων βιοχημικών
και κυτταρικής τρέλας,
καλυμμένο,    
με της απελπισίας το πέπλο,
αστραπές αγωνίας,
στη μοναξιά της αποκάλυψης.




Κι έκλαψα,
σαν πρώην ζωντανός,
η σφαγμένη μου ψυχή,
τα δάκρυα,
δεν μπόρεσε να συγκρατήσει.


AlexΜil   Σεπτέμβριος 2009