Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

H άσπρη σκόνη



Τα μάτια σου με πόνεσαν, απεγνωσμένες οι ματιές,
κραυγές αποτυπωμένες στις τρυπημένες φλέβες σου,
ματωμένες διαδρομές μιας πορείας, αποτρόπαιης, θανατικής.

Στην είσοδο σε συνάντησα, κάποιου έντιμου σπιτιού,
κομματιασμένη εικόνα , στα σκαλιά σκορπισμένα κομμάτια,
μια κουρνιασμένη ζωή, αγριεμένη, σκελετωμένη χωρίς ψυχή.

Το αίμα σου έσταζε, τη άσπρη σκόνη είχε δεχθεί
δάκρυα μολυσμένα, που τρόμαζαν των περαστικών τα βήματα,
έτρεμες σαν μικρό παιδί, είχες το φόβο ενός μεγάλου.

Τα βλέφαρα κλειστά, τρεμόπαιζαν άρρυθμα στον εφιάλτη,
της πρέζας η επιδρομή, ξαναγυρνούσε αδιάντροπα,
τότε στο πρώτο σου φιλί, στη παντοτινή σου αγάπη.

Πόνεσα παιδί μου, όλων μας έπρεπε να είσαι το παιδί,
πόνος θηριώδης, πατρικός όταν σε φαντάστηκα,
μικρό, ανέμελο, όταν των γονιών σου ήσουν το καμάρι.

Που είναι ο θεός ρε, πως το επιτρέπει,
είσαι μήπως και γι’ αυτόν του ντίλερ το πρεζόνι
πρόστυχα όπως σε αποκαλεί, ο συφερτός των ζόμπι.

Σηκώνεσαι, καμπουριασμένη ζωή, αργοπερπατάς,
μ’ ενοχλεί που οι ανόητοι λοξοδρομούν όταν σε βλέπουν,
δεν σκέπτονται, μπορεί, το δικό τους παιδί να ήσουν.

Στο βάθος χάνεσαι της στροφής, νομίζω πως γυρνάς,
και με κοιτάς, τι να μου πεις, το αίμα αναζητά την επόμενη δόση,
οι δαίμονες ψάχνουν να σε βρουν, είναι οι μόνοι σου φίλοι.

Αχ και να μπορούσαν, τα δάκρυα της ψυχής μου, σφαίρες να γίνουν,
να εξαφάνιζαν αυτούς, τους δυνατούς, τους ευυπόληπτους,
αυτούς που πλούτισαν μέσα από τη δικιά σου εκατόμβη.

Δεν σε ξεχνώ, να ξέρεις,
η αδιαφορία μου θα ήταν συνενοχή,



AlexMil 31 Αυγούστου 2009

Σημειώσεις:

- Οι στίχοι αυτοί σε 300 περίπου αντίτυπα, μοιράστηκαν τις προηγούμενες μέρες, στο κέντρο της πόλης και σε μέρη
που συχνάζουν νέοι. Αυτό έγινε από μένα στα πλαίσια της φιλοσοφίας μου πως η ποίηση αλλά και κάθε μορφής τέχνη, πρέπει να πλησιάζει το κόσμο, εκεί που ζει που δουλεύει, που σπουδάζει, που διασκεδάζει. Μόνο έτσι αυτή μπορεί να γίνει κοινωνός αυτών που πρεσβεύει.

- Οι εικόνες είναι του Palle Nielse, που έργα του τις μέρες αυτές φιλεξενούνται στο μουσείο Κυκλαδικής τέχνης στην Αθήνα.

- Η επόμενη ανάρτηση θα είναι ένα μικρό κείμενο για τη μάστιγα των ναρκωτικών


Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Αφιέρωση στη κόρη μου




Αγαπημένο μου παιδί

τ’ αστέρι που ψιθύριζες,
τα βράδια στο κρεβάτι,
κι’ αυτό σε καθησύχαζε,
με λόγια τρυφερά,
βλέπεις, σε πίστεψε,
και σε αντάμειψε,
σου έδωσε τόση χαρά.

Με σθένος,
προσπάθησες σκληρά,
μέρες αμέτρητες,
μέχρι τα μεσάνυκτα,
κι απ το πρωί ,
και τα κατάφερες,
μόνο εσύ,
εμείς,
με την αγάπη μας,
σε προστατεύαμε απλά.

Άκουσε με τώρα,
αυτή είναι μια νίκη
σίγουρα σημαντική,
όμως η ζωή,
έχει μάχες πολλές,
αυτή ήταν η πρώτη,
όμως
αν με το ίδιο σθένος
τις επόμενες παλέψεις,
σίγουρα θα είσαι
ο νικητής.



Ευγενία, συγχαρητήρια
Καλή σταδιοδρομία στη σχολή και τη ζωή
Ο μπαμπάς, η μαμά, ο αδελφός σου.

Όπως γνωρίζετε πολλοί από σας φίλοι μου, η κόρη μου πέρασε στην Αρχαιολογία της Θεσσαλονίκης. Με μεγάλη χαρά σας γνωρίζω, πως πέρασε έκτη με τη προχθεσινή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Ο εχθρός μου ο χρόνος






Είσαι ο εχθρός μου χρόνε, ίσως ο χειρότερος,
οι αυλακιές στο σώμα μου έγιναν προς τιμή σου,
φαίνεται όμως δεν έφταναν, ήθελες και τη ψυχή μου.

Την άρπαξες, δεν σου τη πρόσφερα, στη παρέδωσα,
χρονομαχητής στα υπόγεια της ζωής, σε αψήφησα,
μ’ αφόπλισες, όμως σε γέρασα στο τέλος και σε νίκησα.

Στα χρόνια της όταν ήμουνα, στα τέλη του ογδόντα,
περπάτησα στους δρόμους που τώρα περπατά,
τ’ αχνάρια μου άφησα, να περιμένουν τα δικά της.

Την περίμενα, δεν το επέτρεψες, με κορόιδεψες,
ονειροκλέφτης της ομορφιάς της έγινες,
οπτασία μες στο σήμερα , με μάγια για να με πλανέψει.

Ω θεοί των αστεριών, δεν άντεξα, παραδόθηκα,
στην αλαβάστρινη μορφή της, γονάτισα και ορκίστηκα
θυσίες της πρόσφερα, τη καρδιά και τη ψυχή μου.

Όμως άθλιε, το ξέρες, με τι να μονομαχήσω,
αόρατος έγινα, μουτζούρωσες και τη μορφή μου,
αδιάφορα έκανες, τα λόγια και τις προσφορές μου.

Δράκοι αλαζόνες, με τα κύματά σου έπαιζαν,
δεν άντεχα , στις ερήμους της σιωπής δραπέτευα,
και στο κόκκινο ήλιο της υποταγής ζητιάνευα.

Κι όταν του ανεκπλήρωτου οι ανεμοστρόβιλοι ,
τα ερείπιά μου, στη άκρη του γκρεμού παρέσυραν,
στη άβυσσο με σαδισμό τα σπρώξες και πέσαν.

Όμως, δεν περίμενες πως θα σε νικούσα,
ο εαυτός σου χρόνε, είναι ο απόκρυφος εχθρός σου,
κάθε στιγμή της πτώσης μου, ήταν και η χαραυγή μου.

Δίπλα απ’ το πορνείο των ψυχών, στο μπαρ με τις κοπέλες
ξέρεις, εκεί που εξορκίζουν τα κόλπα σου με ηδονής ενέσεις,
σ’ άφησα απ’ έξω να γερνάς, ώσπου να με παρατήσεις.

Αμέτρητες νύχτες ροκάριζα,
νοερά τη χόρευα, τη χάιδευα και τη φιλούσα,
διάβολε, τ’ ανταπέδιδε
και κάποια μεσάνυκτα υγρά, την απαρνήθηκα,
με λυγμο
ύς,
την εικόνα της κάρφωσα, την έκαψα,
και σαν ύστατη τιμή στην αγάπη που χάθηκε,
κοπέλες πρόθυμες ζήτησα και με σκότωσαν.





Τώρα, στους δρόμους της σκοτεινής πόλης περπατώ,
μόνος, το είδωλό μου στις αντανακλάσεις αναζητώ,
σ’ ένα ταξίδι της ζωής, αιματηρό, ολοένα και ποιο αιχμηρό.


AlexMil Αύγουστος 2009


Το επόμενο ποίημα: H άσπρη σκόνη

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Αρχοντικά να κρέμονται

Ήξερες ότι σε πρόσεξα,
με τα πόδια ανοικτά ξυνόσουνα
κι όταν το κατάλαβες,
Βαλεντίνο μου έγινες,
τη κοιλιά σου τη ρούφηξες,
κι αργά αρχοντικά
στη ξαπλώστρα ανακάθισες.

Με άρεσες,
το πλαδαρό σου κορμί,
τριχωτό εκεί που δεν έπρεπε
εμένα μου θύμιζε,
τότε εκεί στο μαχαλά,
που η μάνα μου Μήτσο με φώναζε.

Νωχελικά
με τα δυο μου δάκτυλα
από την άκρη το έπιασα
και με τα βαμμένα μου χείλη
ηδονικά το ρούφηξα,
σε κοίταξα,
και το καλαμάκι,
πιο βαθειά το έβαλα,
αλλά να πνιγώ παραλίγο κινδύνεψα.

Γλείφτηκα,
από την άλλη πλευρά γύρισα
και απαλά ρεύτηκα,
όταν το δεξί μου μάτι έπιασε,
στη μια πλευρά όπως έγειρες,
αυτά, προκλητικά,
γυαλιστερά και κόκκινα
αρχοντικά να κρέμονται.

Τα ήθελα,
το οβάλ καθρεφτάκι μου έβγαλα,
κάτι με έτσουζε
το σπυρί δίπλα στη μύτη μου,
χαριτωμένα και διακριτικά μου έσπασε,
και με μια κίνηση,
που παραλίγο να έπεφτα,
από τη ξαπλώστρα σηκώθηκα.

Τρέχοντας σε πλησίασα,
χαμογέλασα,
και το στήθος σου φούσκωσες,
με αρχέγονο θόρυβο ρουφηχτό,
που λάτρεψα,
τα ρουθούνια καθάρισες,
έφτυσες,
και αμέσως μετά, το χέρι μου,
με τα ιδρωμένα σου χείλη,
το φίλησες

Τ’ άρπαξα,
ακόμη κρεμόντουσαν,
το παντελόνι σου,
παραλίγο να έσκιζα,
το κατάλαβες και σ’ άρεσε
σε σήκωσα,
ένα κεφάλι και κάτι σε πέρναγα,
μεσ’ στα βυζιά μου,
τη μύτη σου έχωσα,
θα σ’ έσκαζα
τη τελευταία όμως στιγμή,
ευσπλαχνικά σ’ έσωσα.



Τώρα,
στο δρόμο μαζί σου βρίσκομαι,
το λεβιέ με πάθος το κρατώ
μπρος και πίσω το κουνώ,

και με τα κλειδιά που άρπαξα
την Πόρσε σου οδηγώ επάξια.


AlexMil Αύγουστος 2009


Διαβάστε και το "Ιστορίες γλειψίματος"

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Ιστορίες γλειψίματος



Από μακριά μου χαμογέλασες,
το ένα σου μάτι,
με χάρη μου έκλεισες,
και με το άλλο σου πρόσεξα,
πως κάπου αλλού μου την έπεφτες,
σαν το αγόρι στη πόρτα να γούσταρες,
αλλά ήταν απ’ ότι κατάλαβα,
γιατί αλληθώριζες.

Έγλυψα,
τα ξεραμένα μου χείλη,
και φούσκωσα,
το τριχωτό μου στήθος σου έδειξα,
σε κοίταξα,
τη μύτη,
ο αριστερός σου δείκτης τη σκάλιζε,
σιχάθηκα, αλλά σε χαμογέλασα.

Από πίσω μου,
μια καμπριολέ τύπισσα,
το γαλακτερό της γλύκισμα,
ρουφούσε ξεδιάντροπα,
γύρισα και τη κοίταξα,
την έβρισα,
όμως τη λυπήθηκα,
ένα πλαστικό της πρόσφερα,
από το βάζο και γέλασα.

Την άρπαξες,
από το ποτήρι την έβγαλες,
το στόμα με πείρα το άνοιξες
και με τέχνη την έβαλες.
Σ’ έβλεπα,
μου την έδωσες,
τα χείλη σου σούφρωσες,
και ένα φιλί παθιασμένο μου έστειλες.

Σηκώθηκες,
και από πίσω ξεδιάντροπα,
τη κιλώτα σου έφτιαξες,
μ’ άρεσε,
έδειξες ότι με ήθελες,
στο ανταπέδωσα,
το παντελόνι,
πιο πάνω από τη μέση μου σήκωσα,
τις κάλτσες τις μωβ,
και τα λουστρίνια τα κίτρινα,
αντρίκια στα έδειξα.



Την άλλη στιγμή σε φοβήθηκα,
το μάτι το ένα σου γούρλωσε,
ένα τικ το ερέθισε,
αλλά αμέσως μετά,
με πλησίασες,
και με χάρι το ζήτησες,
το πήρες,
τα μάτια σου έκλεισες
και με ηδονή το έγλειψες.

Κι όταν τελείωσες,
τη μεγάλη μου μύτη,
απαλά με τα χείλια σου άγγιξες
και το ξυλαράκι χαριτωμένα
στο καλάθι απέναντι πέταξες.

Στη θέση σου ξαναγύρισες,
και από τη τσέπη,
ένα,
ακόμη μεγαλύτερο έβγαλα,
με σημασία το έγλειψα,
και σε κοίταξα,

και σε περίμενα………

Alexmil Αύγουστος 2009

Υ.Γ Και μια ιστορία ηδονής για όσους δεν την απόλαυσαν με κλικ εδω

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Οπτικοποίηση ποιήματος

Οπτικοποίηση του ποιήματός μου "Ο γέρος" με μουσική υπόκρουση από το έργο "Enfer la double vie de Veronique" (H διπλή ζωή της Βερόνικα) του Πολωνού συνθέτη Zbigniew Preisner.

Είναι μια πρώτη απόπειρα, θα ακολουθήσουν κατά καιρούς και άλλες, βελτιωμένες σίγουρα με κάποιες ιδέες που έχω. Πιστεύω πως η ποίηση εκτός από τους στίχους της θα πρέπει να ανακαλύπτει και νέους δρόμους απόδοσης , χρησιμοποιώντας σύγχρονες τεχνικές και μέσα.


Χρησιμοποιήθηκαν για την υλοποίηση, το After Effects, το plugin Particular της Trapcode και τριάντα περίπου εικόνες.



Για τους στίχους κλικ εδώ

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Τριλογία της ζωής - O γέρος



Το τελευταίο καιρό,
και η σκιά μου ακόμη,
γερασμένη δείχνει,
νομίζω το μαύρο της να ξεθωριάζει αρχίζει,
κάποιος,
σίγουρα τη σβήνει,
νομίζω πως,
πριν ο ήλιος πέσει θα την εξαφανίσει,
κι εγώ,
χωρίς σκιά διάβολε,
σώμα χωρίς ψυχή θα γίνω;

Χθες πάλι, μεσάνυκτα και κάτι,
στο σκοτάδι,
αγκαλιά την μοναξιά φιλούσα,
μπλουζ ψιθύριζα,
ακούγοντας στο ράδιο του Νότου μπαλάντες,
όμως,
όσο κι αν προσπάθησα,
ρυτίδες με αναμνήσεις,
τίποτα πολλές φορές είναι,
και το παρελθόν,
μόνο παράξενες μορφές με κουβαλούσε,
μεταμορφισμένα νήπια,
γεροντικά,
που χορωδιακά μουρμούριζαν
και απειλητικά κοιτούσαν.

Κουράστηκα,
τα δάκρυα αρχίζω ν’ ακούω,
είχα γνώσεις παρανοϊκές,
γνώσεις άχρηστες,
που τώρα δεν με βοηθούν,
εικόνες από τα δάκρυα να πάρω,
να γίνουνε η αγκαλιά
για να ζεστάνουν το παγωμένο μου κορμί,
να διώξουν τα κοράκια,
που απέναντι στου τοίχου την υφή,
κάθε τόσο παίρνουν εκείνη τη γνωστή μορφή.

Είναι φορές που στο καθρέπτη,
σαν από την άλλη πλευρά,
η μοναξιά παίρνει μορφή απ’ τα παλιά,
και της μιλώ,
λόγια μου λέει ψιθυριστά,
που με τρομάζουν,
και κάθε φορά
να την εξαφανίσω προσπαθώ.
με τεθλασμένες γραμμές,
ραγίσματα τη σχεδιάζω

Πονώ τόσο πολύ,
δεν έχω πίστη, ούτε φωτιά,
είναι που 'ρχεται η νύκτα της ζωής,
το καταλαβαίνω,
κάθε μέρα,
η μέρα και πιο σκοτεινή γίνεται,
κάθε μέρα,
το χέρι που σβήνει τη σκιά μου,
όλο και πιο καθαρά φαίνεται,
κάθε μέρα,
η σκιά όλο και περισσότερο μικραίνει.

Απελπισία,
όχι θα έλεγα,
οργή ίσως για τη παντομίμα που λέγεται ζωή,
το τέλος αν ήξερα,
ίσως να γεννηθώ δεν θα θελα,
είναι τρομακτικό για τη ψυχή,
να χει ξεχάσει
και να χει ξεχαστεί,
και απλά να περιμένει,
ο ψίθυρος της να χαθεί στη σκοτεινή πόλη.

Στο παγκάκι της ζωής κάθομαι,
κι ο ήλιος,
χορογραφίες στο δρόμο επιδεικνύει,
έχει για παρτενέρ,
το νέο λίγο πιο πέρα,
νομίζω πως με παρατηρεί,
οι ακτίνες το σφιχταγκαλιάζουν
το φυλούν,
λόγια αγάπης του ψιθυρίζουν,
διάβολε,
ας φύγω,
τι μου θυμίζει.



Η σκιά μου με ακολουθεί;
δεν τολμώ και να κοιτάξω,

αχ κα να μπορούσα, το χρόνο να δικάσω,
να τον καταδικάσω.


AlexMil Αυγουστος 2009


Επόμενα
Τριλογία της ζωής - O νέος

Τριλογία της ζωής - Η ζωή

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Τους αγγέλους πυροβολώ



Αργά από πάνω μου πετάς,
ρομποτικός διάβολος,
ανθρακόχρωμος και τουρμπινοφόρος
φορτωτής σωμάτων και ψυχών,

ένας διεκπεραιωτής συμβολαίων ζωής,
σαν αυτό που υπέγραψα
με τους συμπαντικούς θεούς,
πουλώντας τη ψυχή μου,

αντάλλαγμα,
τη ζωή τους για να σώσω.

Σε βλέπω,
θαμπωμένες οι στιγμές,
απ' του καταραμένου ανέμου τη σκόνη,
ακολουθώ,
με μανία και ματωμένες κραυγές,
το δρόμο με τις πεντάπλευρες πλάκες,
χαραγμένες
με θεικές εντολές,
κάποτε,
από πολύποδες ρέπλικες.

Κατεύθυνση,
λόφοs οξύμορφος, βράχια γρανιτένια,
χρονισμένα λίγο πριν το τέλος της
ζωής,
σε μια συνάντηση,
στη κορυφή,
με άγγελους μονόπτερους
να με ακολουθούν,
ιπτάμενους,
σε πυρηνοκίνητες μηχανές,
με βέλη ιερά,
υποσχέσεων και θαυμάτων,
να εκτοξεύουν τηλεπαθητικά.


Λουριά έχω ζωστεί
και σέρνομαι,
τη ατσάλινη κάψουλα κουβαλώ,
τους απογόνους, τα παιδιά μου,
ταγμένα,
τα δάκρυά μου να κάνουν πυρά
και όταν έρθει η στιγμή,
στους κυνηγούς μου να τα στρέψουν.

Πρώτα όμως,

να τα σώσω
πρέπει.....



Στη κορυφή βρίσκομαι,
γονατισμένος,
στα χέρια όπλα κρατώ,
θα τα χρειαστώ,
κάποιες φορές τα πράγματα,
πιο εύκολα γίνονται μέσα στη σκόνη.


Με λόγχες προτεταμένες,
το ιπτάμενο κατεβαίνει,
ακτίνες εκπέμπει
και τη κάψουλα,
σε ασημένιους δακτυλίους αιχμαλωτίζει.
Και αμέσως μετά,
με κολασμένη ορμή,
βρυχάται και στριφογυρνά,
μια μαύρη τρύπα γίνεται,
και στα κύματα του χρόνου,
βυθίζεται, χάνεται.

Μόνος πια,
από το πόνο τρελαμένος,
πίσω απ' τους βράχους κρύβομαι,
τους αγγέλους ακροβολώ,
στοχεύω και τους πυροβολώ,
τις υποσχέσεις και τα θαύματα
που ακόμα εκτοξεύουν,
θρυμματίζω.

Κι έπειτα, σε μια στιγμή,
όλα χάνονται,
κι εγώ, στην άλλη,
κάπου στο σύμπαν βρίσκομαι,
το συμβόλαιο που υπόγραψα,
καλή συμφωνία είναι,
λίγα χρόνια μόνο στη κόλαση θα βρίσκομαι,
σε κάποιο πλανήτη.




Το είδος που το κατοικεί,
έχει νόηση,
γη νομίζω τον ονομάζει.


AlexMill Αύγουστος 2009

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Η σκοτεινή πόλη

Συμπαντικές γραμμές, άπειρες, κάποτε στο παρελθόν κτίρια σκιτσάρισαν και τη σκοτεινή πόλη των ψυχών, με διαστάσεις θανάτου, στο κέντρο της κόκκινης γης δημιούργησαν. Το τέλος των γραμμών μουτζουρώθηκε, και τα όρια της σκοτεινής πόλης υψώθηκαν. Οι λάμψεις των αστεριών, μέρα και νύκτα την φώτιζαν, αέρας υγρός και σκόνη από αφανισμένους γαλαξίες , τις γραμμές της θάμπωσαν, τις λέρωσαν, τις δάκρυσαν...

Σε ηλιακή φλόγα κλεισμένη, στην αιωνιότητα παρατημένη, θεούς αναζητούσε και πίστευε , ώσπου, οι διάβολοι έγιναν αρχάγγελοι με θεία εντολή και τη φωτιά πάγωσαν, κατέκτησαν την πόλη των ψυχών και έγιναν οι θεοί της . Από τότε, στον αέρα της, αερικά με λευκά φτερά πετούν, τις ζωές φυλακισμένες τις κρατούν και με ανικανοποίητες επιθυμίες τις βασανίζουν.

Το κόσμο τους επέβαλλαν, το κόσμο της σιωπής και τις ψυχές στα όρια του πεπρωμένου, στα όρια της σκοτεινής πόλης έσυραν, με θνητές γραμμές τη ζωή τους οριοθέτησαν. Τις εκπόρνευσαν, με αγγελικά τεχνάσματα την ηθική τους έχασαν και με της πίστης τατουάζ τις τιμώρησαν, το σώμα τους σημάδεψαν.

Εκτοτε, η ζωή φοβισμένη, στα μουτζουρωμένα όρια όταν πλησιάζει, τις ψυχές της σε ψιθύρους μεταμορφώνει, από τις φυλακές τους, καρικατούρες αρρωστημένης προοπτικής, τις ελευθερώνει και όλες μαζι τις ενώνει.

Ένας θόρυβος στη σκοτεινή πόλη ακούγεται, είναι των ψυχών οι παράλληλες ζωές, οι ψίθυροι. Αναμνήσεις απατηλές, θαμπωμένες εικόνες, παρόμοιες μέσα στο χρόνο σκηνές, φθαρμένα όλα από τη σκόνη και τις χλωμές πνοές της αστροφεγγιάς, μέσα από ευθείες και στροφές, στάσεις και αναμονές, το θόρυβο, εκκωφαντικό κάνουν. Ρυθμικοί ήχοι, βηματικοί, με τύμπανα τους κτύπους των καρδιών, στους αδιέξοδους δρόμους οδηγημένοι, στα όρια της πόλης ξεψυχούν.

Το μουτζουρωμένο όριο, η κατάρα της ζωής, της μιας ζωής, της μιας νιότης, τους θορύβους σταματά, ψιθύρους και πάλι τους κάνει, τους σβήνει στη αρχέγονη σιωπή, στην άλλη πλευρά τους συνοδεύει.

Και οι ψυχές, στο μαρμάρινο τοίχο, στο μουτζουρωμένο όριο, γκράφιτι γίνονται, αμέτρητες μαύρες γραμμές, στοιχισμένα ανθρώπινα ονόματα.

…………….

Μια γραμμή από το κέντρο του κόσμου ξεκινά, είναι η θεϊκή εντολή, μια στιγμή ή άπειρες στιγμές μετά, ο κόσμος από την άλλη πλευρά ζωτανεύει. Μια γυναίκα και δυο παιδιά, σ’ ένα σημείο το μαρμάρινο τοίχο κλαίγοντας χαϊδεύουν, τα δάκρυα δεν μπορούν την απώλεια να απαλύνουν, φιλούν και ξαναφιλούν το όνομα το αγαπημένο.

Πρέπει να φύγουν, όμως όπως κάθε φορά, από μακριά, ένα αντίο θέλουν να πουν, κοντοστέκονται και το μαρμάρινο τοίχο από μακριά ξαναφιλούν. Ένας ψίθυρος σαν του ανέμου τη πνοή, τις ψυχές τους με μια γλυκιά ανατριχίλα ταράζει, και τα δακρυσμένα μάτια που το μαρμάρινο τοίχο δύσκολα διακρίνουν, που σαν μια μουτζούρα από μακριά τον βλέπουν, βλεφαρίζουν και λίγα δάκρυα αφήνουν.

Τα δάκρυα στο χώμα πέφτουν και από τη γη παιρνούν, άπειρες γραμμές και πάλι γίνονται και ξανα σκιτσάρουν, σε κάποια άλλη διάσταση, σε κάποιο άλλο κόσμο, τη πόλη των ψυχών, τη πόλη των ανθρώπων ............

AlexMil Αύγουστος 2009

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Τα σχόλιά μου σε άλλα blogs

Κάποια σχόλιά μου σε ενδιαφέροντα blogs:

Άσχετη (Στο σχόλιο AlexMil - Στοίχοι)

Για τόπους και ανθρώπους (Ανταλλαγή σχολίων με mat)