Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Φόρος τιμής


Ταξιδεύω για να προλάβω την ηχώ της ζωής μου,
με μια σφαίρα φωτεινή,
το δικαίωμα της φυγής,
της ψυχής μου η απέλπιδα προβολή,
γι αυτούς που δεν μπόρεσα να βοηθήσω.

Κυνηγημένος από της νόησης τους δαίμονες,
να ξεφύγω προσπαθώ,
προσπερνώ τους δρόμους μιας χρήσης
και σε υπόγειες γαλαρίες εισχωρώ,
από σώματα αδικημένων φτιαγμένες,
πρόσωπα αμέτρητα,
που σαν ένα μπροστά μου προβάλλουν,
μορφές διαβόλου,
που στων θεών την αδικία,
μόνο έτσι να εμφανιστούν θέλουν.

Ώρες πιο πριν,
οι κραυγές τους, απέραντος πόνος,
το μυαλό μου το μάτωσαν,
άνθρωποι στα συντρίμμια της μοίρας,
μάτια απόκοσμα της ικεσίας του φόβου αντίκρισα,
τα διαμελισμένα σώματα να συγκρατήσω
και το αίμα να σταματήσω προσπάθησα,
με μανία αρχέγονη, ανθρώπινη τιμή,
μαζί με άλλους, πολλούς,
της δικιάς μας φυλής,
των ανθρώπων.

Δεν τα καταφέραμε…
η σιωπή σαν της αρχής του κόσμου ο θόρυβος,
όλα τα κάλυψε,
η θλίψη, υγρή, απέραντη,
στου χρόνου την παγίδα κατακάθισε,
ίζημα εγκατάλειψης,
που τις ψυχές μας για πάντα διάβρωσε,
ένα παραμύθι ζωής,
παράνοια έγινε.

Τώρα,
φαντάζομαι ή βλέπω,
μέσα από των ματιών μου το πόνο,
μάγους με σάβανα,
συντεταγμένους στου δρόμου τις πλευρές,
αστέρια στα χέρια να κρατούν,
και τις σαστισμένες αιωρούμενες ψυχές,
να καθοδηγούν,
στης πίστης τη κόλαση ή το παράδεισο.

Συνεχίζω το ταξίδι της φυγής,
φοβάμαι,
απελπισμένος γι αυτά που έγιναν,
γι αυτά που θα μπορούσαν να μη γίνουν,
ψάχνω να βρω μήπως κάτι και χρωστώ
σ’ αυτόν που πρέπει να πιστεύω,
μήπως με νέο φιλοδώρημα
της ψυχής μου το πόνο μειώσω.

Ας είναι,
φόρος τιμής οι στίχοι μου ας γίνουν,
στις άγνωστες ψυχές,
στις πρώτες της αιωνιότητας στιγμές τους,

φόρος τιμής και σ’ αυτούς των τραγικών στιγμών
που με αυταπάρνηση έτρεξαν να βοηθήσουν..


Αφιερωμένο στα άγνωστα θύματα του θανατηφόρου δυστυχήματος,
αυτόπτης μάρτυς του οποίου ήμουν, λίγες μέρες πριν.


Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Παράξενη συνάντηση - Το θεώρημα


Σε είδα και ο χρόνος μου σταμάτησε.

Όλα σε αργή κίνηση γύρω σου θαμπά στριφογυρνούσαν
και εγώ μαζί τους,
σε κόσμο διαφορετικό σαν να βρισκόσουν,
σαν το σύμπαν για σένα άγνωστη,
τη προσοχή μου να ζητούσε.
Eτσι φαινόταν,
ίσως ο διαχειριστής των επιθυμιών,
της ψυχής μου ο διάβολος,
το χρόνο να συγχρόνισε
και στο κόσμο μου να έφερε την ομορφιά σου.

Πήρα το άτι της αναδρομής
και για μια στιγμή στο παρελθόν επήγα,
ήξερα που θα σε βρω,
στις ερήμους της ζωής μου,
εκεί που οι άνεμοι του χρόνου,
κτίσματα των ονείρων μου σμιλεύουν,
και μέσα από αψίδες,
την εικόνα σου στων άστρων το στερέωμα προβάλλουν.

Με κοίταξες,
φαινόταν να μη με βλέπεις,
σε κοίταξα,
και τη μορφή σου από τα βάθη της ψυχής μου ανέσυρα,
αμυδρά σε αναγνώρισα,
αστροφεγγιά στα μάτια σου η θλίψη,
του προσώπου οι γραμμές,
ευγενικά από το χρόνο χαραγμένες,

στο χρώμα των σταχιών το χρώμα σου,
από τεχνίτες της ζωής που σμίξανε,
της βροχής τη γλυκιά σκιά

με αυτή του φεγγαριού της μέρας,
με τα μαλλιά σε περιδίνησης σχηματισμούς
που τη σιωπή του σώματος ακολουθούσαν.

Πως βρέθηκες εδώ,
σε αναζητούσα στις διαστάσεις της ζωής
πίσω από τις ακμές των στερεών,
στις διάφανες των συναισθημάτων καμπύλες,
γλίστρησα στους πάγους πολλές φορές,
άλλες, στις φωτιές καιγόμουν,
σε πλησίαζα αλλά εσύ χανόσουν,
σε επιφάνειες γυαλιστερές γλιστρούσες,
σε ανισότροπη ανταύγεια
μεταμορφωνόσουν.

Φαίνεται πως η αλχημεία του μυαλού
στο κάστρο των ονείρων μου,
στο πιο ψηλό και σκοτεινό του δώμα,
έξω από το χρόνο με στείλε,
το χώρο και το χρόνο λύγισε,
για μια στιγμή και σε φέρε κοντά μου,
ονειρικό χρόνο μου δώσε
μύστης της ομορφιάς σου για να γίνω.

Όμως, μήπως δεν είμαι εγώ που σε αναζητώ,
μήπως στην άλλη μεριά μπορεί να είμαι,
αυτή των εφήμερων ζωών,
που η επιθυμία μου τις κάνει και ανασαίνουν;
Μήπως στα όρια του πραγματικού, οι δρόμοι
της ζωής μου σταματάνε,
μήπως εσύ σε ο παρατηρητής και εγώ των επιθυμιών σου
το σχήμα;

Ξέρεις, πολλές φορές στο βάθος διακρίνω
όταν οι σκέψεις της ζωής ισορροπούν στο χείλος,
σκιές της μιας στιγμής,
μορφές της μιας πνοής,
σαν ακτίνες μιας φωτεινής μαύρης ριπής,
μηνύματα, αγνώριστα, κύλα οπτικής,
που δεν καλούν, αλλά αγναντεύουν,
δήθεν ανθρώπινες μορφές
σε ανθρωπόμορφες σκιές.

Και αν όλα αυτά αληθινά είναι,
τότε το παράξενο,
ένα βήμα πριν τη σιωπή,
το ασυνήθιστο εμφανίζει,
παιγνίδι ποιος ξέρει ποιανού παρατηρητή,
και φοβάμαι,
γιατί πως γίνεται τόσο να σε επιθυμώ,
και σε μια στιγμή να σε ξεχνώ,
μήπως οι επιθυμίες της ψυχής,
παιγνίδια κάποιας τιμής είναι,
και πίσω από της μνήμης τη σιγή,
ψυχών κώδικες να μην υπάρχουν;

Γι’ αυτό πολλές φορές τολμώ
στα όρια του ανεστραμμένο κόσμου να πετώ,
να τον ξεπεράσω δεν μπορώ,
όμως μπορώ να τρέχω, να σε αναζητώ,
στους τόπους και τους χρόνους,
και μέσα στης ιστορίας τις στιγμές
να ζω, να σ’ αγαπώ,
ελπίζοντας κάποια στιγμή,
της μοίρας τα σύννεφα να ‘νοίξουν,
και οι γραμμές οι αρχέγονες που όλα τα ενώνουν,
να σε ξαναβρώ να με οδηγήσουν.

Τώρα, στην άκρη του γκρεμού
στη σπηλιά με το γυάλινο θόλο
εκεί στο μακρινό πλανήτη της ψυχής,
ζω με της νοσταλγίας το λυκόφως
τη μορφή σου σε αρχαίους πάπυρους αναζητώ,
μήπως και σε αναγνωρίσω,
ξέρω πως ζήσαμε μαζί,
κάπου στης Μεσογείου τις ακτές
σε κάποιου ηφαιστείου τις πλαγιές,
δεν αμφιβάλλω,
το θεώρημα απλά να αποδείξω προσπαθώ,
η αγάπη,
της αιωνιότητας η αφορμή είναι,

γι’ αυτό και πάλι τρέχω,
πίσω από της φαντασίας τις σκιές,
σε αναζητώ αγαπημένη ψυχή,
ξέρω πως θα σε ξαναβρώ
όπως αιώνες τώρα κάνω.


H αφορμή για τους στοίχους


AlexMil Ιούνιος 2009